Την ανάγκη για ριζική αναμόρφωση του ελληνικού αμυντικού μοντέλου τόνισε ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας, μιλώντας στα εγκαίνια της τέταρτης βιομηχανικής εγκατάστασης M Technologies της METLEN, στον αμυντικό κόμβο της εταιρείας στον Βόλο. Ο υπουργός συνέδεσε την εθνική ασφάλεια με την καινοτομία, τη βιομηχανική παραγωγή και την οικονομική αυτάρκεια, σκιαγραφώντας ένα νέο πλαίσιο άμυνας που βασίζεται στη συνεργασία κράτους, ερευνητικών ιδρυμάτων και εγχώριας βιομηχανίας.
Διαβάστε επίσης: Η Ελλάδα ζητά εφαρμογή Ψηφισμάτων για το Κυπριακό στον ΟΗΕ
Τι έγινε: 270 δισ. ευρώ χωρίς αντίκρισμα
Ο Νίκος Δένδιας παρουσίασε εκτενώς τις διαρθρωτικές αδυναμίες που χαρακτήριζαν την ελληνική αμυντική πολιτική επί δεκαετίες. Υπογράμμισε ότι η Ελλάδα επένδυσε άνω των 270 δισεκατομμυρίων ευρώ στην εθνική άμυνα έως το 2004, ωστόσο η συνεισφορά του αμυντικού οικοσυστήματος στο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν δεν ξεπέρασε το 0,5% δύο χρόνια πριν. Με άλλα λόγια, παρά τις τεράστιες δαπάνες, η χώρα απέτυχε να αξιοποιήσει αυτές τις επενδύσεις για τη δημιουργία ισχυρής εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας. Αυτό το παράδοξο — μεγάλη δαπάνη, ελάχιστη οικονομική απόδοση — αποτελεί τον πυρήνα της κριτικής που ασκεί ο υπουργός στο παλαιό μοντέλο αμυντικής πολιτικής.
Ο Δένδιας ανέδειξε τις δύο μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ελλάδα ταυτόχρονα. Η πρώτη αφορά την ασφάλεια: η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με πραγματική απειλή, περιλαμβανομένου δηλωμένου casus belli από γειτονική χώρα. Η δεύτερη πρόκληση είναι το χρόνιο έλλειμμα στο ισοζύγιο εξωτερικών πληρωμών, το οποίο συνέβαλε αποφασιστικά στην οικονομική κρίση. Ο υπουργός επεσήμανε ότι η Ελλάδα καλείται να αντιμετωπίσει και τα δύο ζητήματα ταυτόχρονα, χρησιμοποιώντας τους πόρους που συνεισφέρουν οι Έλληνες φορολογούμενοι, συχνά με μεγάλη θυσία.
Κεντρικό στοιχείο της μεταρρύθμισης που πρότεινε ο Δένδιας είναι η αλλαγή φιλοσοφίας στις ένοπλες δυνάμεις. Τα στελέχη πρέπει να ορίζουν επιχειρησιακά προβλήματα και να αναζητούν λύσεις από το ευρύτερο αμυντικό οικοσύστημα — όχι προϊόντα, αλλά λύσεις. Αυτή η διάκριση, απλή στη διατύπωση αλλά βαρυσήμαντη στις συνέπειές της, αντικατοπτρίζει μια βαθύτερη αλλαγή στον τρόπο που το κράτος αντιλαμβάνεται τη σχέση του με τη βιομηχανία και την έρευνα.
Αντιδράσεις και πλαίσιο: Καινοτομία και ανοχή στην αποτυχία
Ο υπουργός Άμυνας αναφέρθηκε στον ραγδαίο ρυθμό τεχνολογικής αλλαγής που χαρακτηρίζει τα σύγχρονα αμυντικά συστήματα. Ένα προϊόν που έχει αξία σήμερα μπορεί να είναι παρωχημένο σε οκτώ έως δέκα μήνες. Ως παράδειγμα ανέφερε την εξέλιξη των drones, από απλά τηλεκατευθυνόμενα συστήματα σε πλατφόρμες ενισχυμένες με τεχνητή νοημοσύνη. Αυτή η ταχύτητα αλλαγής καθιστά αναγκαία μια ευέλικτη και ευπροσάρμοστη αμυντική βιομηχανική βάση, η οποία δεν μπορεί να οικοδομηθεί με τις παλιές λογικές της απλής προμήθειας εισαγόμενου εξοπλισμού.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο Δένδιας στην ανάγκη το κράτος να επιτρέπει τον πειραματισμό και να ανέχεται ακόμη και την αποτυχία. «Πρέπει να επιτρέψουμε τον κίνδυνο αποτυχίας. Και πρέπει να επιδοτήσουμε αυτόν τον κίνδυνο αποτυχίας», δήλωσε χαρακτηριστικά. Πρόκειται για ρητή ανατροπή της παραδοσιακής λογικής της δημόσιας διοίκησης, η οποία τείνει να αποφεύγει οτιδήποτε εγκυμονεί κίνδυνο αποτυχίας, ακόμη και όταν αυτό σημαίνει στασιμότητα και αδυναμία ανάπτυξης.
Ο υπουργός αναφέρθηκε επίσης στο Πολυετές Πρόγραμμα Αμυντικών Προμηθειών, τονίζοντας ότι η προβλεψιμότητα είναι απαραίτητη τόσο για τη βιομηχανία όσο και για τους επενδυτές. Ολοκληρώνοντας, ο Δένδιας επανέλαβε τη σημασία της υποχρεωτικής εγχώριας βιομηχανικής συμμετοχής στις αμυντικές προμήθειες σε επίπεδο περίπου 25%. Η δέσμευση αυτή ουσιαστικά σημαίνει ότι για κάθε αμυντική σύμβαση, το ένα τέταρτο της αξίας της θα πρέπει να επιστρέφει στην ελληνική βιομηχανία, δημιουργώντας θέσεις εργασίας και τεχνογνωσία στη χώρα.




