Το κύκλωμα ρευματοκλοπών με μοναδική παγκοσμίως μέθοδο
Κοινωνία

Το κύκλωμα ρευματοκλοπών με μοναδική παγκοσμίως μέθοδο

24 Ιουνίου 2026|4 λεπτά ανάγνωση

Μια εγκληματική οργάνωση που λειτουργούσε συστηματικά από το 2017 και διέπραττε ρευματοκλοπές σε εκτεταμένη κλίμακα σε ολόκληρη τη χώρα εξαρθρώθηκε από τις ελληνικές αρχές, σε μια από τις μεγαλύτερες αστυνομικές επιχειρήσεις του είδους που έχουν πραγματοποιηθεί ποτέ στην Ελλάδα. Η επιχείρηση εκτυλίχθηκε την Τρίτη 23 Ιουνίου 2026 και κάλυψε ταυτόχρονα δεκατέσσερις περιοχές της χώρας, από την Αττική και τη Θεσσαλονίκη έως τον Έβρο και την Ηλεία. Οι Αρχές εκτιμούν ότι η οικονομική ζημιά που προκλήθηκε στον ΔΕΔΔΗΕ ανέρχεται σε εντυπωσιακά 9 εκατομμύρια ευρώ, ποσό που αντικατοπτρίζει την τεράστια έκταση και τη διάρκεια της παράνομης δραστηριότητας.

Κατά τη διάρκεια των συντονισμένων επιδρομών, οι αρχές συνέλαβαν πέντε άτομα, μεταξύ των οποίων τα τρία θεωρούνται τα κεντρικά μέλη και «εγκέφαλοι» της οργάνωσης. Παράλληλα, σχηματίστηκε δικογραφία σε βάρος ακόμη 101 φυσικών και νομικών προσώπων, τα οποία εμπλέκονται σε ένα ευρύτατο φάσμα αδικημάτων. Ανάμεσα στις κατηγορίες που τους αποδίδονται περιλαμβάνονται η σύσταση και η συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, οι διακεκριμένες κλοπές, οι απάτες, η παραβίαση πληροφοριακών συστημάτων, η φθορά ψηφιακών δεδομένων, αλλά και παραβάσεις της νομοθεσίας περί όπλων. Το εύρος των κατηγοριών αναδεικνύει πόσο οργανωμένη και πολυεπίπεδη ήταν η λειτουργία του κυκλώματος.

Η «παραγγελία» ρευματοκλοπής: Πώς λειτουργούσε η οργάνωση

Το κύκλωμα δεν ενεργούσε τυχαία, αλλά βάσει ενός δομημένου μοντέλου «παροχής υπηρεσιών». Συγκεκριμένα, οι παράνομες επεμβάσεις πραγματοποιούνταν κατόπιν «παραγγελίας» από πρόσωπα που ήταν συμβεβλημένοι χρήστες ηλεκτρικής ενέργειας και επιθυμούσαν να μειώσουν τους λογαριασμούς τους παράνομα. Στόχος κάθε επέμβασης ήταν η τεχνητή μείωση της καταγραφόμενης κατανάλωσης, έτσι ώστε ο μετρητής να εμφανίζει σημαντικά χαμηλότερες τιμές από την πραγματική κατανάλωση. Σε πολλές περιπτώσεις, τα μέλη της οργάνωσης επέστρεφαν περιοδικά, κάθε μήνα ή κάθε τρίμηνο, για να επαναλαμβάνουν ή να επικαιροποιούν τις παρεμβάσεις τους, διασφαλίζοντας τη συνεχή λειτουργία της απάτης. Οι περιοχές δράσης εκτείνονταν σε ολόκληρη τη βόρεια και κεντρική Ελλάδα, με επιχειρήσεις στις Σέρρες, το Κιλκίς, τη Χαλκιδική, την Καβάλα, την Πέλλα, την Ημαθία, την Πιερία, την Ξάνθη, τη Λάρισα και τα Τρίκαλα.

Η μεθοδολογία που ακολουθούσε η οργάνωση διέφερε ανάλογα με τον τύπο του μετρητή σε κάθε παροχή. Για τους παραδοσιακούς αναλογικούς μετρητές, τα μέλη του κυκλώματος χρησιμοποιούσαν κλασικές τεχνικές παραβίασης, όπως η τοποθέτηση γεφυρών και διακλαδώσεων, η επέμβαση στα πηνία μέτρησης, η παραβίαση σφραγίδων ασφαλείας και η απομόνωση καλωδίων τάσης. Οι τεχνικές αυτές, αν και γνωστές στις αρχές, εφαρμόζονταν με τρόπο που καθιστούσε την ανίχνευσή τους δύσκολη και χρονοβόρα, ιδίως σε βάθος χρόνου.

Παγκοσμίως μοναδικό λογισμικό για ψηφιακούς μετρητές

Ωστόσο, το αληθινά εκπληκτικό στοιχείο της υπόθεσης εντοπίζεται στον τρόπο με τον οποίο το κύκλωμα αντιμετώπιζε τους σύγχρονους ψηφιακούς μετρητές τύπου EDMIATLAS. Εκεί η οργάνωση ανέπτυξε και χρησιμοποιούσε εξειδικευμένο παράνομο λογισμικό — γνωστό ως firmware — το οποίο εγκαθιστούσε απευθείας στο σώμα του μετρητή μέσω ειδικής οπτικής κεφαλής. Η μέθοδος αυτή, σύμφωνα με τις αρχές, χαρακτηρίζεται ως μοναδική παγκοσμίως, καθώς δεν έχει εντοπιστεί ανάλογο περιστατικό σε καμία άλλη χώρα. Μέσω αυτής της διαδικασίας, οι δράστες αποκτούσαν παράνομη πρόσβαση τόσο στο λογισμικό του μετρητή όσο και στο πληροφοριακό σύστημα τηλεμέτρησης του ΔΕΔΔΗΕ, μέσω του οποίου μεταδίδονται τα δεδομένα κατανάλωσης μέσω διαδικτύου.

Σε αυτό το πλαίσιο, το κύκλωμα έκανε ένα ακόμα τολμηρό βήμα: εισήγαγε στο λογισμικό του μετρητή ειδικούς συντελεστές κλίμακας και χρονικές παραμέτρους, με τους οποίους μπορούσε να προκαθορίσει με ακρίβεια τόσο το ποσοστό μείωσης της καταγραφόμενης κατανάλωσης όσο και το χρονικό διάστημα κατά το οποίο θα ίσχυε η παραποίηση. Αποτέλεσμα ήταν τα αλλοιωμένα στοιχεία να μεταδίδονται αυτόματα στο κέντρο τηλεμέτρησης του ΔΕΔΔΗΕ, χωρίς οι αρμόδιες υπηρεσίες να έχουν τη δυνατότητα να εντοπίσουν την ανωμαλία. Η συνεχής αλλοίωση των δεδομένων κατέστρεφε παράλληλα τη λειτουργική ακεραιότητα του πληροφοριακού συστήματος, αφήνοντας τον ΔΕΔΔΗΕ ουσιαστικά τυφλό απέναντι στην πραγματική κατανάλωση των εν λόγω παροχών. Η τεχνογνωσία που επέδειξαν οι δράστες σε αυτόν τον τομέα θεωρείται από τους ειδικούς εξαιρετικά υψηλού επιπέδου, γεγονός που εγείρει ερωτηματικά για την προέλευση και την υποστήριξή τους.

Σχετικά άρθρα