Χιλιάδες κατασχεμένα ακίνητα αναμένεται να αποδεσμευτούν και να επιστρέψουν στην αγορά, χάρη σε νέα ρύθμιση που ετοιμάζει η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ). Η σχετική απόφαση αναμένεται να εκδοθεί τις επόμενες ημέρες και αφορά ακίνητα στα οποία έχει επιβληθεί κατάσχεση λόγω οφειλών προς την Εφορία. Με τη νέα διαδικασία, οι οφειλέτες θα μπορούν να προχωρήσουν σε πώληση του ακινήτου τους, με την προϋπόθεση ότι μέρος του τιμήματος θα κατευθύνεται απευθείας στο Δημόσιο για την εξόφληση της οφειλής. Στόχος της κίνησης είναι να «ξεμπλοκάρουν» χιλιάδες συναλλαγές που μέχρι σήμερα παρέμεναν παγωμένες εξαιτίας παλαιών κατασχέσεων.
Διαβάστε επίσης: Η ΑΑΔΕ ξεκλειδώνει κατασχεμένα ακίνητα για χρέη στην Εφορία
Τι προβλέπει η νέα ρύθμιση για τα κατασχεμένα ακίνητα
Σύμφωνα με το ισχύον καθεστώς, η ύπαρξη κατάσχεσης από την Εφορία μπορεί να μπλοκάρει μια συναλλαγή ακόμη και όταν υπάρχει ενδιαφερόμενος αγοραστής και δυνατότητα είσπραξης μέρους της οφειλής από το Δημόσιο. Η νέα διάταξη έρχεται να λύσει ακριβώς αυτό το πρόβλημα. Η Φορολογική Διοίκηση, μετά από αίτηση του οφειλέτη, θα εκδίδει απόφαση άρσης κατάσχεσης ενόψει μεταβίβασης του ακινήτου με τίμημα, εφόσον πληρούνται σωρευτικά συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Ο οφειλέτης θα πρέπει να πληροί, κατά τον χρόνο της αποδέσμευσης, τους όρους χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας ή βεβαίωσης οφειλής, ενώ το τίμημα της μεταβίβασης δεν θα μπορεί να υπολείπεται της εμπορικής αξίας του ακινήτου όπως αυτή είχε προσδιοριστεί κατά τον χρόνο της κατάσχεσης.

Στις περιπτώσεις όπου η εμπορική αξία είναι μικρότερη της αντικειμενικής, θα λαμβάνεται υπόψη η αντικειμενική αξία. Επιπλέον, αν η κατάσχεση έχει επιβληθεί πάνω από πέντε χρόνια πριν από την υποβολή της αίτησης, ο οφειλέτης θα πρέπει να προσκομίσει έκθεση εκτίμησης από ανεξάρτητο πιστοποιημένο εκτιμητή. Ο συμβολαιογράφος που θα διεκπεραιώνει τη μεταβίβαση θα παρακρατεί και θα αποδίδει στη Φορολογική Διοίκηση ποσό που αντιστοιχεί σε ποσοστό του συνόλου του τρέχοντος υπολοίπου της κατάσχεσης, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν θα μπορεί να υπολείπεται του 25% της οφειλής.
Το ακριβές ποσοστό παρακράτησης θα καθορίζεται με κριτήρια τη φορολογική συνέπεια του οφειλέτη και την εισπραξιμότητα της εναπομένουσας οφειλής. Αν το ποσό που προκύπτει είναι μεγαλύτερο από το 25%, θα παρακρατείται το μεγαλύτερο ποσό. Σε περίπτωση που η παρακράτηση υπερβαίνει το σύνολο του τιμήματος, τότε θα αποδίδεται ολόκληρο το τίμημα στο Δημόσιο και η κατάσχεση θα αίρεται πλήρως για το συγκεκριμένο ακίνητο. Παράλληλα, όταν οι βεβαιωμένες ληξιπρόθεσμες οφειλές έχουν ήδη καλυφθεί πλήρως με εγγυήσεις ή εμπράγματες ασφάλειες, ο όρος του 25% δεν θα εφαρμόζεται.

Γιατί η ρύθμιση έχει σημασία για αγορά και οφειλέτες
Η νέα διαδικασία δίνει μια ουσιαστική διέξοδο σε οφειλέτες που μέχρι σήμερα αδυνατούσαν να αξιοποιήσουν κατασχεμένα ακίνητα προκειμένου να κλείσουν τους λογαριασμούς τους με την Εφορία. Παράλληλα, το Δημόσιο επιταχύνει την είσπραξη ληξιπρόθεσμων χρεών, αφού εξασφαλίζει άμεσα μέρος του τιμήματος από κάθε μεταβίβαση. Η ρύθμιση αφορά ειδικά κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί από τη Φορολογική Διοίκηση σε μεταβιβάσεις από επαχθή αιτία, δηλαδή πωλήσεις με οικονομικό αντάλλαγμα, και όχι κάθε άλλο βάρος που μπορεί να συνοδεύει ένα ακίνητο.
Πέρα από το δημοσιονομικό όφελος, η αλλαγή αναμένεται να δώσει ανάσα και στην ευρύτερη αγορά ακινήτων, σε μια περίοδο έντονης στεγαστικής κρίσης, καθώς χιλιάδες ακίνητα που παρέμεναν «παγιδευμένα» θα μπορούν πλέον να διατεθούν προς πώληση. Η ενεργοποίηση αυτού του μηχανισμού «ξεπαγώνει» συναλλαγές που μέχρι σήμερα ήταν αδύνατο να ολοκληρωθούν, βοηθώντας τόσο τους οφειλέτες όσο και τους ενδιαφερόμενους αγοραστές που έβλεπαν τις προσπάθειές τους να μπλοκάρονται από παλιές οφειλές προς το Δημόσιο.
Τι ακολουθεί
Με την έκδοση της απόφασης, ο Διοικητής της ΑΑΔΕ θα καθορίσει την ακριβή διαδικασία, το έντυπο της αίτησης, τη διάρκεια ισχύος της απόφασης άρσης κατάσχεσης, καθώς και την ψηφιακή πλατφόρμα μέσω της οποίας οι φορολογούμενοι θα μπορούν να υποβάλλουν τα απαραίτητα δικαιολογητικά. Θα προσδιοριστούν επίσης αναλυτικά τα κριτήρια φορολογικής συνέπειας και εισπραξιμότητας που θα καθορίζουν το τελικό ποσοστό παρακράτησης σε κάθε περίπτωση.




