Η Ελλάδα εξασφάλισε τη συμμετοχή της ως ιδρυτικό μέλος στη νέα Τράπεζα Άμυνας, Ασφάλειας και Ανθεκτικότητας (Defence, Security and Resilience Bank – DSRB), την πρώτη πολυμερή αναπτυξιακή τράπεζα παγκοσμίως με αποκλειστικό αντικείμενο την άμυνα, την ασφάλεια και την ανθεκτικότητα. Η κίνηση έρχεται σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών προκλήσεων, με την Αθήνα να επιδιώκει ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση του νέου διεθνούς χρηματοδοτικού πλαισίου. Η νέα τράπεζα ξεκινά με αρχικό κεφάλαιο 100 εκατομμυρίων ευρώ και φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως μοχλός προσέλκυσης πολύ μεγαλύτερων δημόσιων και ιδιωτικών κεφαλαίων.
Τι προβλέπει η ίδρυση της Τράπεζας Άμυνας και Ασφάλειας
Το κεφάλαιο των 100 εκατομμυρίων ευρώ με το οποίο συγκροτείται η DSRB περιλαμβάνει τόσο καταβεβλημένο όσο και απαιτητό κεφάλαιο, γνωστό διεθνώς ως paid-up and callable capital. Στόχος της τράπεζας είναι να κινητοποιήσει πρόσθετα δημόσια αλλά κυρίως ιδιωτικά κεφάλαια για έργα που αφορούν την άμυνα, την ασφάλεια, τις κρίσιμες υποδομές, την τεχνολογική καινοτομία και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των κρατών-μελών. Η δημιουργία της αποσκοπεί στην κάλυψη ενός κενού που, όπως εκτιμούν οι εμπνευστές της πρωτοβουλίας, υπάρχει σήμερα στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, καθώς μέχρι σήμερα δεν υπήρχε εξειδικευμένος πολυμερής οργανισμός αποκλειστικά αφιερωμένος στη χρηματοδότηση έργων αμυντικού και στρατηγικού χαρακτήρα.

Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, η DSRB δεν υποκαθιστά τους υφιστάμενους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς χρηματοδότησης, αλλά λειτουργεί συμπληρωματικά προς τα ευρωπαϊκά ταμεία και προγράμματα. Με αυτόν τον τρόπο, η νέα τράπεζα κινητοποιεί πρόσθετους πόρους από τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές ειδικά για επενδύσεις που σχετίζονται με την άμυνα και την ασφάλεια, χωρίς να αλλοιώνει τον ρόλο των ήδη υπαρχόντων ευρωπαϊκών εργαλείων. Η ελληνική συμμετοχή, ως ιδρυτικό μέλος, σημαίνει ότι η Αθήνα βρίσκεται στο τραπέζι από την πρώτη στιγμή διαμόρφωσης των κανόνων λειτουργίας του νέου οργανισμού.
Οφέλη για την ελληνική οικονομία και γεωπολιτικό αποτύπωμα
Η ελληνική συμμετοχή στην Τράπεζα Άμυνας και Ασφάλειας εκτιμάται ότι θα δημιουργήσει νέες δυνατότητες χρηματοδότησης για την εγχώρια αμυντική βιομηχανία, αλλά και για επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην κυβερνοασφάλεια, την ενέργεια, τις κρίσιμες υποδομές και τις τεχνολογίες διττής χρήσης. Παράλληλα, ανοίγεται δρόμος για ευκολότερη πρόσβαση ελληνικών επιχειρήσεων στις διεθνείς αλυσίδες αξίας, με ιδιαίτερη έμφαση στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που συμμετέχουν στην αμυντική εφοδιαστική αλυσίδα. Μέσω νέων χρηματοδοτικών εργαλείων, οι ΜμΕ αυτές θα μπορούσαν να ενισχύσουν τις επενδύσεις τους, την καινοτομία και τη δημιουργία θέσεων εργασίας υψηλής εξειδίκευσης. Η εκτίμηση είναι ότι τα οφέλη δεν θα περιοριστούν στον αμυντικό τομέα, αλλά θα έχουν ευρύτερη επίδραση στην οικονομία μέσω της ανάπτυξης νέων τεχνολογιών και της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας.
Πέρα από την οικονομική διάσταση, η συμμετοχή της Ελλάδας αποδίδεται και σε μια ευρύτερη στρατηγική επιλογή της Αθήνας να βρίσκεται μεταξύ των χωρών που διαμορφώνουν τους νέους διεθνείς θεσμούς ασφαλείας. Η παρουσία από το ιδρυτικό στάδιο ενός τέτοιου οργανισμού προσφέρει τη δυνατότητα συμμετοχής στη διαμόρφωση των κανόνων λειτουργίας, μεγαλύτερη επιρροή στις αποφάσεις και καλύτερη πρόσβαση σε δίκτυα συνεργασίας και χρηματοδότησης. Κυβερνητικές πηγές επισημαίνουν ότι η ελληνική συμμετοχή αποσκοπεί στην προώθηση των εθνικών συμφερόντων ανεξάρτητα από το ποιοι άλλοι συμμετέχουν στον νέο οργανισμό. Όπως τονίζουν οι ίδιες πηγές, «η εξωτερική πολιτική δεν ασκείται με άδειες καρέκλες», μια φράση που αποτυπώνει τη λογική πίσω από την απόφαση της Αθήνας να είναι παρούσα από την πρώτη στιγμή.




