Το Κογκρέσο εναντίον της επανένταξης Τουρκίας στα F-35
Διεθνή

Το Κογκρέσο εναντίον της επανένταξης Τουρκίας στα F-35

7 Ιουλίου 2026|4 λεπτά ανάγνωση

Δεκαοκτώ μέλη του αμερικανικού Κογκρέσου ζητούν από την ηγεσία της Βουλής των Αντιπροσώπων να μπλοκάρει κάθε προσπάθεια επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35. Η πρωτοβουλία ανήκει στη Δημοκρατική βουλευτή Ντίνα Τάιτους και έρχεται λίγες ημέρες πριν από τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, στις 7 και 8 Ιουλίου. Οι βουλευτές επικαλούνται τους περιορισμούς που εξακολουθούν να ισχύουν εξαιτίας της αγοράς του ρωσικού συστήματος S-400 από την Τουρκία. Η επιστολή στάλθηκε στον επικεφαλής της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας Στιβ Σκαλίζ και στον επικεφαλής της δημοκρατικής μειοψηφίας Χακίμ Τζέφρις.

Τι ζητά η επιστολή των βουλευτών

Οι δεκαοκτώ βουλευτές ζητούν από την ηγεσία της Βουλής να είναι έτοιμη να ασκήσει τις εξουσίες που προβλέπει η αμερικανική νομοθεσία, σε περίπτωση που η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρήσει να προχωρήσει σε πώληση ή μεταβίβαση των F-35 προς την Άγκυρα. Οι νομοθέτες υπενθυμίζουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες απέκλεισαν την Τουρκία από το πρόγραμμα των F-35 το 2019, αμέσως μετά την αγορά των ρωσικών S-400 από την τουρκική κυβέρνηση. Η Ουάσιγκτον είχε κρίνει τότε ότι η ταυτόχρονη παρουσία του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος με το αμερικανικό μαχητικό θα έθετε σε κίνδυνο ευαίσθητες πληροφορίες για τις δυνατότητες του αεροσκάφους. Τον Δεκέμβριο του 2020, η τότε κυβέρνηση Τραμπ επέβαλε επιπλέον κυρώσεις στην τουρκική Προεδρία Αμυντικών Βιομηχανιών, βάσει του νόμου CAATSA, εξαιτίας της ίδιας αγοράς. Σύμφωνα με την επιστολή, η απόφαση αυτή δεν έχει ανακληθεί ποτέ και παραμένει σε πλήρη ισχύ.

Μαχητικό αεροσκάφος F-35 σε πτήση

Στο νομικό σκέλος του επιχειρήματός τους, οι βουλευτές επικαλούνται τόσο τον νόμο CAATSA όσο και τον νόμο περί Εθνικής Άμυνας για το οικονομικό έτος 2020. Η συγκεκριμένη νομοθεσία απαγορεύει ρητά τη μεταβίβαση F-35 στην Τουρκία, όσο η Άγκυρα εξακολουθεί να κατέχει το σύστημα S-400 και δεν παρέχει συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις ότι δεν θα επιδιώξει ξανά την απόκτησή του. Οι υπογράφοντες την επιστολή σημειώνουν ότι, από τα δημόσια διαθέσιμα στοιχεία, δεν προκύπτει πως η Τουρκία έχει απομακρύνει το ρωσικό σύστημα, το έχει αποσύρει από επιχειρησιακή χρήση ή έχει άρει με οποιονδήποτε τρόπο την αιτία που οδήγησε στην επιβολή των κυρώσεων. Με βάση αυτά τα δεδομένα, οι βουλευτές υποστηρίζουν ότι μια ενδεχόμενη επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 θα έφερνε την αμερικανική κυβέρνηση σε ευθεία σύγκρουση με τις νόμιμες υποχρεώσεις της.

Το πλαίσιο πίσω από την επανένταξη Τουρκίας στα F-35

Η πρωτοβουλία των δεκαοκτώ βουλευτών συνδέεται στενά με πρόσφατες εξελίξεις στην αμερικανική κυβέρνηση. Οι νομοθέτες αναφέρονται ρητά σε δηλώσεις του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος άφησε να εννοηθεί ότι σκοπεύει να προσφέρει ένα «μεγάλο δώρο» στον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Παράλληλα, επικαλούνται δήλωση του αντιπροέδρου των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς, σύμφωνα με την οποία βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη αξιολόγηση για το πώς θα μπορούσε να προχωρήσει νομικά μια τέτοια πώληση. Οι βουλευτές επικαλούνται ακόμη την κατάθεση του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο ενώπιον της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής, στις 3 Ιουνίου 2026. Κατά τη διάρκεια εκείνης της κατάθεσης, ο Μάρκο Ρούμπιο αναγνώρισε, σύμφωνα με την επιστολή, ότι η κυβέρνηση δεσμεύεται από τον νόμο να διατηρήσει τους περιορισμούς όσο ισχύουν οι προϋποθέσεις του CAATSA.

Η χρονική συγκυρία της επιστολής συνδέεται στενά με τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, που θα διεξαχθεί στην Άγκυρα στις 7 και 8 Ιουλίου. Οι δεκαοκτώ βουλευτές θεωρούν ότι το ζήτημα των F-35 ενδέχεται να τεθεί στο τραπέζι κατά τη διάρκεια των συνομιλιών ανάμεσα στην αμερικανική και την τουρκική πλευρά. Η υπόθεση αγγίζει ευθέως τις σχέσεις Ουάσιγκτον-Άγκυρας, οι οποίες παραμένουν σύνθετες εδώ και χρόνια, κυρίως λόγω της στάσης της Τουρκίας απέναντι στη Ρωσία. Η Δημοκρατική βουλευτής Ντίνα Τάιτους, που πρωτοστάτησε στη σύνταξη της επιστολής, επιδιώκει να διασφαλίσει ότι η ηγεσία της Βουλής θα έχει τα εργαλεία να αντιδράσει άμεσα, αν η κυβέρνηση Τραμπ προχωρήσει σε οποιαδήποτε κίνηση χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου.

Σχετικά άρθρα