Η ελληνική αγορά ακινήτων αλλάζει πρόσωπο, ακολουθώντας μια τάση που εξελίσσεται ήδη σε διεθνές επίπεδο. Η ζήτηση για μικρότερα διαμερίσματα αυξάνεται συνεχώς, ανατρέποντας τα δεδομένα που ίσχυαν μέχρι πρόσφατα στις αγοραπωλησίες κατοικιών. Αν πριν από μία δεκαετία οι αγοραστές έψαχναν όσο το δυνατόν περισσότερα τετραγωνικά, σήμερα η εικόνα έχει αντιστραφεί πλήρως. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, η τάση αυτή αναμένεται να συνεχιστεί και μέσα στο 2026.
Η στροφή προς τα μικρότερα τετραγωνικά
Τα στοιχεία δείχνουν ότι, πέρυσι, η πλειονότητα των κατοικιών που αγοράστηκαν στην Ελλάδα είχαν επιφάνεια από 51 έως 100 τετραγωνικά μέτρα. Πρωταθλητές των αγοραπωλησιών αναδείχθηκαν τα διαμερίσματα των 51 έως 75 τ.μ., τα οποία κατέγραψαν το υψηλότερο ποσοστό προτίμησης. Σύμφωνα με τα στοιχεία της REMAX για το 2025, το 26,4% των διαμερισμάτων που αγοράστηκαν ανήκε σε αυτή την κατηγορία, ενώ ακολούθησαν τα ακίνητα των 76 έως 100 τ.μ. με ποσοστό 25,9%. Οι μικρότερες κατοικίες, έως 50 τ.μ., συγκέντρωσαν ποσοστό 19,2%.
Αντίθετα, οι μεγαλύτερες κατοικίες φαίνεται να χάνουν συνεχώς έδαφος στις προτιμήσεις των αγοραστών. Μόλις δύο στις δέκα αγοραπωλησίες, δηλαδή ποσοστό 20,8%, αφορούσαν ακίνητα από 101 έως 150 τ.μ., ενώ στην τελευταία θέση βρέθηκαν τα ακίνητα άνω των 151 τ.μ., με ποσοστό μόλις 7,7%. Τα νούμερα αυτά επιβεβαιώνουν πως η αγορά έχει μετατοπιστεί οριστικά προς τα μικρότερα και πιο οικονομικά διαμερίσματα, αφήνοντας πίσω τη λογική των ευρύχωρων κατοικιών που κυριαρχούσε παλαιότερα.
Οι τέσσερις παράγοντες πίσω από την αλλαγή
Σύμφωνα με τους επαγγελματίες της αγοράς, η νέα αυτή πραγματικότητα διαμορφώνεται από τέσσερις βασικές παραμέτρους, οικονομικές και δημογραφικές. Η πρώτη και σημαντικότερη είναι η εκτόξευση των τιμών ανά τετραγωνικό μέτρο, οι οποίες έχουν αυξηθεί σχεδόν 85% έως 100% μέσα σε μία δεκαετία. Η ραγδαία αυτή άνοδος αναγκάζει τους υποψήφιους αγοραστές να περιορίζουν τα τετραγωνικά που αναζητούν, προκειμένου να παραμείνουν εντός του προϋπολογισμού τους. Παράλληλα, το αυξημένο κόστος συντήρησης και ενέργειας λειτουργεί αποτρεπτικά για τις μεγάλες κατοικίες, καθώς αυτές συνεπάγονται υψηλότερα κοινόχρηστα, μεγαλύτερο ΕΝΦΙΑ και αυξημένες δαπάνες θέρμανσης και ψύξης.
Η τρίτη παράμετρος σχετίζεται με τη συρρίκνωση του μεγέθους των νοικοκυριών. Ο πληθυσμός της Ελλάδας μειώνεται, ενώ παράλληλα αυξάνονται τα νοικοκυριά με λιγότερα μέλη, όπως τα μονοπρόσωπα ή τα ζευγάρια χωρίς παιδιά, τα οποία δεν έχουν ανάγκη από μεγάλους χώρους. Τέλος, οι αλλαγές στον τρόπο κατασκευής των νεόδμητων πολυκατοικιών συμβάλλουν στην ίδια κατεύθυνση, καθώς οι σύγχρονοι αρχιτεκτονικοί σχεδιασμοί επιδιώκουν την καλύτερη εκμετάλλευση του χώρου, περιορίζοντας τα «χαμένα τετραγωνικά» όπως τα τεράστια χολ και οι μακρείς διάδρομοι που χαρακτήριζαν τις κατοικίες παλαιότερων δεκαετιών.
Το πρόβλημα του συνωστισμού στις ελληνικές κατοικίες
Η στροφή προς τα μικρότερα ακίνητα έχει, ωστόσο, και μια πιο ανησυχητική διάσταση. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, σχεδόν ένας στους τρεις Έλληνες, ποσοστό 28,3%, ζει σε κατοικία η οποία δεν διαθέτει αρκετά δωμάτια για να τον στεγάσει επαρκώς. Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει πως η μείωση του μεγέθους των κατοικιών δεν προκύπτει μόνο από αλλαγή νοοτροπίας ή ανάγκες μικρότερων νοικοκυριών, αλλά συνδέεται και με τον περιορισμένο προϋπολογισμό που έχουν στη διάθεσή τους πολλοί αγοραστές. Η άνοδος των τιμών φαίνεται να λειτουργεί ως ο βασικός μοχλός που καθορίζει τις επιλογές στέγασης, ωθώντας νοικοκυριά σε χώρους μικρότερους από αυτούς που πραγματικά χρειάζονται.
Η τάση αυτή, όπως σημειώνουν οι άνθρωποι της αγοράς, αναμένεται να διατηρηθεί και μέσα στο 2026, καθώς οι τιμές των ακινήτων δεν δείχνουν σημάδια αποκλιμάκωσης. Οι μικρές και μικρομεσαίες κατοικίες, από 51 έως 100 τ.μ., φαίνεται πως θα συνεχίσουν να κυριαρχούν στις προτιμήσεις των Ελλήνων αγοραστών, ενώ οι ευρύχωρες κατοικίες άνω των 150 τ.μ. θα παραμείνουν προνόμιο μιας μικρής μειοψηφίας.




