Η Κνεσέτ ανακοίνωσε επίσημα ότι οι επόμενες βουλευτικές εκλογές στο Ισραήλ θα διεξαχθούν στις 27 Οκτωβρίου, σε μια ψηφοφορία που θεωρείται ντε φάκτο δημοψήφισμα για την ηγεσία του πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου. Πρόκειται για την πρώτη κάλπη που στήνεται στη χώρα μετά την επίθεση του παλαιστινιακού κινήματος Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, η οποία άλλαξε ριζικά το πολιτικό σκηνικό στο Ισραήλ. Την ημερομηνία γνωστοποίησε ο πρόεδρος της Επιτροπής της Κνεσέτ, Οφίρ Κατζ, βουλευτής του Λικούντ. Η θητεία της Κνεσέτ ολοκληρώνεται κανονικά στις 17 Ιουλίου, όμως το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών βρισκόταν εδώ και καιρό στο τραπέζι.
Διαβάστε επίσης: Η Νεολαία ΣΥΡΙΖΑ ζητά δημοψήφισμα μελών για τον Τσίπρα
Η ανακοίνωση των εκλογών στο Ισραήλ και το πολιτικό σκηνικό
Η ημερομηνία της 27ης Οκτωβρίου ήταν ήδη προδιαγεγραμμένη από την ισραηλινή νομοθεσία, ωστόσο για μήνες συζητούνταν σοβαρά το ενδεχόμενο η κάλπη να στηθεί νωρίτερα. Τελικά επικράτησε η αρχική ημερομηνία, γεγονός που δίνει στον Νετανιάχου και στους αντιπάλους του επιπλέον χρόνο προετοιμασίας. Ο Οφίρ Κατζ, ως πρόεδρος της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής, ήταν αυτός που επισημοποίησε το χρονοδιάγραμμα, κλείνοντας μια περίοδο αβεβαιότητας για το πότε θα κριθεί η επόμενη μέρα της ισραηλινής πολιτικής σκηνής.
Οι πρώτες δημοσκοπήσεις μετά την ανακοίνωση για τις εκλογές στο Ισραήλ δείχνουν ένα ιδιαίτερα δύσκολο σκηνικό τόσο για τον Νετανιάχου όσο και για την αντιπολίτευση. Καμία από τις δύο πλευρές δεν φαίνεται να εξασφαλίζει εύκολα την πλειοψηφία των εδρών, κάτι που παραπέμπει σε παρατεταμένες διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης μετά τις κάλπες. Στο Ισραήλ, όπου οι κυβερνητικοί συνασπισμοί συνήθως συγκροτούνται από πολλά μικρότερα κόμματα, ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα μπορούσε να οδηγήσει σε μακρά περίοδο διαπραγματεύσεων για τη νέα κυβέρνηση.

Ο Νετανιάχου υπό πίεση και ο Άιζενκοτ ως βασικός αντίπαλος
Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο πρωθυπουργός με τη μεγαλύτερη θητεία στην ιστορία του Ισραήλ, φτάνει στις κάλπες αντιμέτωπος με αυξανόμενη πίεση. Ο χειρισμός των πολέμων στη Μέση Ανατολή έχει προκαλέσει έντονη κριτική, ενώ παράλληλα εκκρεμούν εναντίον του κατηγορίες για διαφθορά. Παρά τις δυσκολίες, ο Νετανιάχου θεωρείται πολιτικός που ξέρει να επιβιώνει σε αντίξοες συνθήκες, έχοντας περάσει στο παρελθόν από αντίστοιχες κρίσεις χωρίς να χάσει την ηγεσία του Λικούντ.
Ο κύριος αντίπαλός του φέτος είναι ο Γκάντι Άιζενκοτ, πρώην αρχηγός των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων. Ο Άιζενκοτ, 66 ετών, υπηρέτησε ως αρχηγός του Γενικού Επιτελείου από το 2015 έως το 2019 και στη συνέχεια στράφηκε στην πολιτική, ιδρύοντας το νέο κεντρώο κόμμα Γιασάρ!, όνομα που στα εβραϊκά σημαίνει «ευθεία» ή «έντιμα». Σε πρόσφατη δημοσκόπηση, το κόμμα του Άιζενκοτ κατάφερε να ξεπεράσει σε δημοτικότητα το δεξιό εθνικιστικό Λικούντ του Νετανιάχου, καταλαμβάνοντας την πρώτη θέση, μια εξέλιξη που καταγράφει τη μετατόπιση της διάθεσης μέρους του ισραηλινού εκλογικού σώματος ενόψει των εκλογών στο Ισραήλ.
Ο Γκάντι Άιζενκοτ γεννήθηκε στην Τιβεριάδα, στο βόρειο Ισραήλ, γιος Μαροκινών μεταναστών, και σπούδασε πολιτικές επιστήμες στη Χάιφα. Θεωρείται εξειδικευμένος στη λιβανική φιλοϊρανική οργάνωση Χεζμπολάχ, λόγω της στρατιωτικής του θητείας. Είναι πατέρας πέντε παιδιών και έχει βιώσει προσωπικά το κόστος του πολέμου στη Γάζα, καθώς ένας γιος του και δύο ανιψιοί του σκοτώθηκαν στις μάχες. Η προσωπική αυτή απώλεια τον διαφοροποιεί πολιτικά, ιδίως σε αντιπαράθεση με την οικογένεια του πρωθυπουργού. Σύμφωνα με το Γερμανικό Πρακτορείο Ειδήσεων, ο γιος του Νετανιάχου, Γιαΐρ, ζει στο εξωτερικό από τότε που ξέσπασε ο πόλεμος τον Οκτώβριο του 2023 και δεν υπηρέτησε σε μάχιμη μονάδα, μια αντίθεση που έχει τροφοδοτήσει τον δημόσιο διάλογο στο Ισραήλ.




