Το Ταμείο Ανάκαμψης λήγει: «Φρένο» για την οικονομία το 2027
Οικονομία

Το Ταμείο Ανάκαμψης λήγει: «Φρένο» για την οικονομία το 2027

15 Ιουλίου 2026|3 λεπτά ανάγνωση

Η Ελλάδα κινδυνεύει να περάσει από τη μεγαλύτερη δημοσιονομική ώθηση της Ευρωζώνης το 2026 σε ένα από τα πιο έντονα «φρένα» το 2027, καθώς η λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης αφαιρεί έναν από τους βασικούς χρηματοδοτικούς κινητήρες της ελληνικής οικονομίας των τελευταίων ετών. Η εκτίμηση περιλαμβάνεται σε πρόσφατο Economic Brief στελεχών της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών και Χρηματοδοτικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Σύμφωνα με το κείμενο, το 2026 αποτελεί το τελευταίο έτος λειτουργίας του μηχανισμού, γεγονός που αλλάζει ριζικά τα δημοσιονομικά δεδομένα για την επόμενη χρονιά.

Η κορυφή της Ευρωζώνης το 2026

Το Ταμείο Ανάκαμψης είναι ο παράγοντας που τοποθετεί φέτος την Ελλάδα στην κορυφή της Ευρωζώνης ως προς την επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, μαζί με την Εσθονία. Η ώθηση προς την οικονομία υπολογίζεται κοντά στο 2,75% του ΑΕΠ. Η επίδοση αυτή δεν προκύπτει από γενικευμένη αύξηση των κρατικών δαπανών, αλλά κυρίως από την επιτάχυνση των έργων που χρηματοδοτούνται από ευρωπαϊκές επιχορηγήσεις, ακριβώς επειδή το 2026 είναι η τελευταία χρονιά λειτουργίας του μηχανισμού. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες όπου οι δαπάνες από επιχορηγήσεις του Ταμείου Ανάκαμψης και άλλα ευρωπαϊκά ταμεία προσφέρουν δημοσιονομική στήριξη μεγαλύτερη από 0,5% του ΑΕΠ. Παράλληλα, η οικονομία ενισχύεται από τις εθνικά χρηματοδοτούμενες επενδύσεις, με ιδιαίτερα ισχυρή συνεισφορά από τα εξοπλιστικά προγράμματα και τις υπόλοιπες αμυντικές δαπάνες.

Ταμείο Ανάκαμψης δημοσιονομικό φρένο Ελλάδα 2027

Η απότομη στροφή το 2027

Η εικόνα αλλάζει απότομα το 2027, όταν οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης μηδενίζονται και αντικαθίστανται μόνο εν μέρει από τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κονδύλια. Με βάση το σενάριο αμετάβλητης πολιτικής, η ελληνική δημοσιονομική στάση μετατρέπεται από έντονα επεκτατική σε περιοριστική, με το «φρένο» να πλησιάζει το 1,5% του ΑΕΠ. Η Ελλάδα βρίσκεται έτσι ανάμεσα στις χώρες της Ευρωζώνης που υφίστανται τη μεγαλύτερη αρνητική επίδραση από τη λήξη του μηχανισμού, μαζί με τη Βουλγαρία, την Πορτογαλία και την Κύπρο. Η μεταβολή δεν σημαίνει αυτομάτως ότι θα ανακοινωθεί ένα πακέτο περικοπών ή νέων φόρων αντίστοιχου ύψους, αλλά αποτυπώνει κυρίως τη διαφορά ανάμεσα στις δαπάνες του 2026, όταν κορυφώνεται η απορρόφηση των ευρωπαϊκών επιχορηγήσεων, και στο 2027, όταν η συγκεκριμένη πηγή χρηματοδότησης παύει να υπάρχει.

Το κενό που πρέπει να καλυφθεί

Ωστόσο, το Economic Brief αναδεικνύει το μέγεθος του κενού που θα πρέπει να καλυφθεί από τον κρατικό προϋπολογισμό, από άλλα ευρωπαϊκά εργαλεία ή από αυξημένες ιδιωτικές επενδύσεις, ώστε να μη χαθεί απότομα η επενδυτική δυναμική που έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια. Μέρος της απώλειας αναμένεται να καλυφθεί από την αύξηση των αμυντικών επενδύσεων, για τις οποίες η Ελλάδα έχει ενεργοποιήσει την εθνική ρήτρα διαφυγής από τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες. Οι συνολικές αμυντικές δαπάνες εκτιμάται ότι αυξάνονται από 2,2% του ΑΕΠ το 2024 σε 2,4% το 2025 και 2,6% το 2026, προτού περιοριστούν οριακά στο 2,5% το 2027. Οι αμιγώς επενδυτικές αμυντικές δαπάνες αυξάνονται ακόμη ταχύτερα, από 0,2% του ΑΕΠ το 2024 σε 0,8% το 2026 και 0,9% το 2027.

Παραμένει μεγάλο το κενό του Ταμείου Ανάκαμψης

Παρά την άνοδο των εξοπλιστικών δαπανών, το κενό που αφήνει η λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης παραμένει μεγάλο, καθώς η Ελλάδα είναι μία από τις οικονομίες που στηρίχθηκαν περισσότερο στις επιχορηγήσεις του μηχανισμού για τη χρηματοδότηση επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων. Το ζήτημα που τίθεται πλέον για τον σχεδιασμό του προϋπολογισμού του 2027 είναι πώς θα αντικατασταθεί μια πηγή χρηματοδότησης που για δύο συναπτά έτη λειτούργησε ως ο βασικός μοχλός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, χωρίς να ανακοπεί η επενδυτική πορεία που έχει διαμορφωθεί.

Σχετικά άρθρα