Νέα δυναμική στο πολύχρονο αίτημα της Ελλάδας για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα φέρνει η ανάληψη της πρωθυπουργίας της Βρετανίας από τον Άντι Μπέρναμ. Ο νέος Βρετανός πρωθυπουργός έχει ταχθεί δημόσια και επανειλημμένα υπέρ της επιστροφής των γλυπτών στην Αθήνα, γεγονός που δημιουργεί συγκρατημένη αισιοδοξία στην Ελλάδα. Η θέση του δεν είναι νέα, καθώς την είχε εκφράσει ήδη από το 2023, πολύ πριν αναλάβει την ηγεσία της βρετανικής κυβέρνησης. Το ζήτημα, ωστόσο, παραμένει νομικά και πολιτικά περίπλοκο.
Η ανάρτηση του 2023 και η πάγια θέση Μπέρναμ
Η πιο κατηγορηματική τοποθέτηση του Άντι Μπέρναμ για τα Γλυπτά του Παρθενώνα είχε καταγραφεί τον Φεβρουάριο του 2023, όταν σε ανάρτησή του στα social media είχε γράψει «Send them back, no strings attached», δηλαδή «στείλτε τα πίσω, χωρίς όρους». Με τη φράση αυτή είχε απορρίψει ευθέως τη λογική ενός προσωρινού δανεισμού, μιας λύσης δηλαδή που θα προϋπέθετε αναγνώριση της κυριότητας του Βρετανικού Μουσείου επί των γλυπτών. Είχε προσθέσει μάλιστα ότι η Βρετανία θα μπορούσε να αξιοποιήσει τον πολιτισμό για να αλλάξει τη διεθνή της εικόνα.
Η στάση του Μπέρναμ υπέρ της επιστροφής δεν αποτέλεσε μεμονωμένη κίνηση, αλλά σταθερή πεποίθηση που διατηρεί επί σειρά ετών. Τα Γλυπτά, γνωστά και ως Ελγίνεια Μάρμαρα, κοσμούσαν τον αρχαίο ναό του Παρθενώνα στην Ακρόπολη της Αθήνας και βρίσκονται εδώ και δεκαετίες στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου. Η Ελλάδα διεκδικεί την οριστική τους επιστροφή στο Μουσείο της Ακρόπολης εδώ και χρόνια, χωρίς μέχρι σήμερα οι διαπραγματεύσεις να έχουν καταλήξει σε συμφωνία.

Το νομικό εμπόδιο και οι επιφυλάξεις
Παρά τον συμβολισμό της εκλογής του Άντι Μπέρναμ, παραμένει ασαφές αν η προσωπική του θέση θα μετατραπεί σε επίσημη κυβερνητική πολιτική. Οι διαδοχικές βρετανικές κυβερνήσεις έχουν υποστηρίξει σταθερά ότι η διαχείριση των Γλυπτών αποτελεί αρμοδιότητα των επιτρόπων του Βρετανικού Μουσείου και όχι της εκάστοτε κυβέρνησης. Μόλις τον Φεβρουάριο του 2026, η βρετανική κυβέρνηση είχε επαναλάβει στο Κοινοβούλιο ότι τα Γλυπτά ανήκουν νομικά στους επιτρόπους του Μουσείου, ενώ οι συζητήσεις με την ελληνική πλευρά αφορούσαν ενδεχόμενη συνεργασία και αμοιβαίους δανεισμούς.
Βασικό εμπόδιο για μια οριστική λύση αποτελεί ο βρετανικός νόμος του 1963 για το Βρετανικό Μουσείο, ο οποίος περιορίζει αυστηρά τη δυνατότητα των επιτρόπων να απομακρύνουν μόνιμα αντικείμενα από τις συλλογές του. Για να καταστεί εφικτή μια μόνιμη επιστροφή, θα χρειαστεί είτε τροποποίηση του υπάρχοντος νομικού πλαισίου είτε εξεύρεση διαφορετικής φόρμουλας που να μην έρχεται σε αντίθεση με τον νόμο. Το ζήτημα περιπλέκεται περαιτέρω από το γεγονός ότι η ελληνική πλευρά δεν αποδέχεται τη λύση ενός απλού δανεισμού, καθώς κάτι τέτοιο θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως έμμεση αναγνώριση της κυριότητας του Βρετανικού Μουσείου επί των Γλυπτών.
Το προηγούμενο του Μπόρις Τζόνσον
Η ιστορία, ωστόσο, διδάσκει ότι οι προσωπικές θέσεις πολιτικών μπορούν να αλλάξουν όταν αυτοί αναλαμβάνουν την εξουσία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο πρώην πρωθυπουργός της Βρετανίας Μπόρις Τζόνσον, ο οποίος ως φοιτητής είχε ταχθεί υπέρ της επιστροφής των Γλυπτών στην Ελλάδα, αλλά μόλις ανέλαβε την πρωθυπουργία υποστήριξε ότι τα γλυπτά πρέπει να παραμείνουν στη Βρετανία. Το προηγούμενο αυτό λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η επίσημη κυβερνητική στάση δεν συμπίπτει πάντα με τις προσωπικές πεποιθήσεις που είχε εκφράσει κάποιος πριν αναλάβει καθήκοντα.
Παρά τις επιφυλάξεις αυτές, η ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Άντι Μπέρναμ θεωρείται θετικό μήνυμα για την ελληνική πλευρά, η οποία εδώ και δεκαετίες αγωνίζεται για την επανένωση των Γλυπτών στο Μουσείο της Ακρόπολης. Το Βρετανικό Μουσείο έχει στο παρελθόν προτείνει την επιστροφή μέρους της συλλογής με τη μορφή δανεισμού, πρόταση που η Ελλάδα έχει απορρίψει, ζητώντας τη μόνιμη και πλήρη επιστροφή του συνόλου των Γλυπτών. Η υπόθεση αναμένεται να απασχολήσει τις ελληνοβρετανικές σχέσεις τους επόμενους μήνες.




