Σαν σήμερα, 23 Ιουλίου, συμπληρώνονται οκτώ χρόνια από τη φονικότερη πυρκαγιά στο Μάτι, το χειρότερο συμβάν στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας. Η καταστροφή σημειώθηκε το 2018 στην ανατολική Αττική και άφησε πίσω της 104 νεκρούς, μεταξύ των οποίων και παιδιά. Οκτώ χρόνια μετά, ο Άρειος Πάγος κατέστησε αμετάκλητη την ενοχή τεσσάρων πρώην στελεχών της Πυροσβεστικής και της Πολιτικής Προστασίας, κλείνοντας έναν ακόμη κύκλο της μακράς δικαστικής διαδικασίας για την τραγωδία.
Το χρονικό της καταστροφικής ημέρας
Η μέρα είχε ξεκινήσει με ένα μεγάλο πύρινο μέτωπο στην Κινέτα, στη δυτική Αττική, όπου είχαν ήδη κινητοποιηθεί ισχυρές πυροσβεστικές δυνάμεις για την κατάσβεσή του. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, ωστόσο, ξέσπασε δεύτερη πυρκαγιά στο Νταού Πεντέλης, στην ανατολική πλευρά της Αττικής. Η φωτιά εξαπλώθηκε με πρωτοφανή ταχύτητα προς τον Νέο Βουτζά, το Μάτι και το Κόκκινο Λιμανάκι, διασχίζοντας μέσα σε περίπου 100 λεπτά την απόσταση από το σημείο εκκίνησης έως τη θάλασσα, περνώντας μέσα από τη Λεωφόρο Μαραθώνος και εισβάλλοντας στον πυκνοδομημένο παραθεριστικό οικισμό.
Οι καιρικές συνθήκες εκείνης της ημέρας ήταν ακραίες. Σύμφωνα με το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, οι δυτικοί άνεμοι στις ακτές της ανατολικής Αττικής είχαν μέση ταχύτητα 60 έως 70 χιλιόμετρα την ώρα, με ριπές που ξεπερνούσαν τα 90 χιλιόμετρα. Στη Ραφήνα η θερμοκρασία είχε φτάσει τους 39 βαθμούς Κελσίου, ενώ η σχετική υγρασία ήταν μόλις 19%, συνθήκες που ευνόησαν την εκρηκτική εξάπλωση των φλογών προς την πυκνοκατοικημένη περιοχή.
Κάτοικοι και παραθεριστές βρέθηκαν αντιμέτωποι με τις φλόγες χωρίς να έχει δοθεί οργανωμένη εντολή απομάκρυνσης. Πολλοί εγκλωβίστηκαν στα σπίτια ή στα αυτοκίνητά τους, καθώς οι στενοί δρόμοι, τα αδιέξοδα και η κυκλοφοριακή συμφόρηση περιόρισαν δραματικά τις δυνατότητες διαφυγής τους. Άλλοι έτρεξαν προς τη θάλασσα, όπου παρέμειναν επί ώρες περιμένοντας βοήθεια. Δεκάδες άνθρωποι τραυματίστηκαν εκείνες τις ώρες, ενώ εκατοντάδες κατοικίες και οχήματα καταστράφηκαν ολοσχερώς από την πυρκαγιά.

Οι ευθύνες και η δικαστική κρίση
Η τραγωδία ανέδειξε σοβαρές δυσλειτουργίες στον κρατικό μηχανισμό διαχείρισης κρίσεων. Στο επίκεντρο της έρευνας και της δικαστικής διαδικασίας βρέθηκαν η απουσία οργανωμένης εκκένωσης, ο ανεπαρκής συντονισμός των αρμόδιων υπηρεσιών, η διαχείριση της κυκλοφορίας, οι καθυστερήσεις στη μετάδοση κρίσιμων πληροφοριών και οι επιχειρησιακές αποφάσεις για την κατανομή των δυνάμεων. Οι καταγεγραμμένες συνομιλίες πολιτών και στελεχών των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης αποτύπωσαν τη σύγχυση και την αδυναμία διαχείρισης της καταστροφής εκείνες τις κρίσιμες ώρες.
Η δικαστική διερεύνηση διήρκεσε τελικά χρόνια ολόκληρα. Τον Ιούνιο του 2025, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων έκρινε ενόχους δέκα κατηγορούμενους για την τραγωδία στο Μάτι. Σε τέσσερα πρώην ανώτατα στελέχη της Πυροσβεστικής και της Πολιτικής Προστασίας επιβλήθηκε εκτιτέα ποινή πέντε ετών χωρίς αναστολή, ενώ στους υπόλοιπους καταδικασθέντες δόθηκε αναστολή της ποινής τους.
Με την απόφαση 694/2026, ο Άρειος Πάγος κατέστησε πλέον αμετάκλητη την ενοχή των τεσσάρων στελεχών που είχαν προσφύγει κατά της πρωτόδικης απόφασης. Πρόκειται για την τελική δικαστική επικύρωση μιας υπόθεσης που απασχόλησε τη δικαιοσύνη επί σχεδόν οκτώ χρόνια, δίνοντας μια πρώτη μορφή δικαίωσης στις οικογένειες των θυμάτων της πυρκαγιάς.
Τι ακολουθεί
Η υπόθεση επιστρέφει τώρα στο Εφετείο, όχι όμως για να επανεξεταστεί η ενοχή, η οποία παραμένει πλέον αμετάκλητη, αλλά μόνο για να εξεταστεί το αίτημα αναγνώρισης του ελαφρυντικού του σύννομου βίου για τρεις από τους καταδικασθέντες. Ενδεχομένως, στο πλαίσιο αυτής της νέας εκδίκασης, να επανακαθοριστούν οι ποινές που τους έχουν επιβληθεί. Οκτώ χρόνια αργότερα, η 23η Ιουλίου παραμένει ημέρα μνήμης για τους 104 ανθρώπους που έχασαν τη ζωή τους στο Μάτι, ενώ η τραγωδία λειτουργεί ως διαρκής υπενθύμιση της ανάγκης για έγκαιρη ενημέρωση, οργανωμένα σχέδια απομάκρυνσης και σαφή συντονισμό των υπηρεσιών όταν ανθρώπινες ζωές βρίσκονται σε άμεσο κίνδυνο.




