Ο Ντόναλντ Τραμπ διέταξε την Παρασκευή την αναστολή των βομβαρδισμών στο Ιράν, έπειτα από 13 συνεχόμενες νύχτες αεροπορικών πληγμάτων γύρω από τα Στενά του Ορμούζ. Η απόφαση ήρθε ύστερα από την εισήγηση του ναυάρχου Μπραντ Κούπερ, διοικητή της CENTCOM, ο οποίος εκτίμησε ότι οι επιχειρήσεις είχαν φτάσει στα όρια της αποτελεσματικότητάς τους. Παρά το «πάγωμα» των επιχειρήσεων, ο Αμερικανός πρόεδρος συνέχισε να απειλεί την Τεχεράνη με σειρά αναρτήσεων που περιείχαν εικόνες τεχνητής νοημοσύνης, ενώ διαβεβαίωσε ότι οι ΗΠΑ διαθέτουν άφθονα αποθέματα πυρομαχικών.
Η εισήγηση Κούπερ και το «πάγωμα» των επιχειρήσεων
Σύμφωνα με δημοσίευμα του ειδησεογραφικού ιστότοπου Axios, που επικαλείται δύο πηγές με γνώση του περιεχομένου των εισηγήσεων, ο ναύαρχος Μπραντ Κούπερ παρουσίασε στο Πεντάγωνο και τον Λευκό Οίκο την εκτίμησή του ότι οι δύο εβδομάδες συνεχών πληγμάτων είχαν ήδη αποδυναμώσει σημαντικά την ικανότητα του Ιράν να απειλεί εμπορικά και στρατιωτικά πλοία. Οι περισσότεροι από τους προκαθορισμένους στόχους της επιχείρησης «Operation Epic Fury» είχαν ήδη πληγεί, με μόλις το 20% να παραμένει άθικτο. Ο διοικητής της CENTCOM εξήγησε ότι η προσβολή αυτού του υπολοίπου θα απαιτούσε πέρασμα σε γενικευμένη πολεμική σύρραξη, κάτι για το οποίο δεν υπήρχε πολιτική εντολή. Η εισήγησή του, σε συνδυασμό με τις απόψεις άλλων στρατιωτικών και πολιτικών συμβούλων, φαίνεται πως έπεισε τον Τραμπ να αναθεωρήσει τη στάση του από το βράδυ της Πέμπτης και να οριστικοποιήσει την απόφαση παύσης την Παρασκευή.
Παράλληλα, ο πρόεδρος του Μεικτού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγός Νταν Κέιν, προειδοποίησε σε κλειστές συσκέψεις τον υπουργό Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ και τον Τραμπ ότι η μείωση των αποθεμάτων πυραύλων αναχαίτισης αεράμυνας θα μπορούσε να περιορίσει την ικανότητα προστασίας των αμερικανικών δυνάμεων και των συμμάχων στην περιοχή. Η πληροφορία είχε δημοσιευθεί αρχικά από τους New York Times, ενώ εκπρόσωποι των στρατιωτικών αρχών αρνήθηκαν να σχολιάσουν τις εμπιστευτικές αυτές αναφορές. Μιλώντας στη «Wall Street Journal», ο ίδιος ο Τραμπ διέψευσε τα δημοσιεύματα περί έλλειψης πυρομαχικών, δηλώνοντας: «Έχουμε πολύ περισσότερα πυρομαχικά από οποιονδήποτε άλλο στον κόσμο και πολύ περισσότερα από όσα χρειαζόμαστε».
Την ίδια ώρα, ο Αμερικανός πρόεδρος δημοσίευσε στην πλατφόρμα Truth Social σειρά εικόνων τεχνητής νοημοσύνης με απειλητικό περιεχόμενο για τις ενεργειακές και ναυτικές υποδομές του Ιράν. Σε μία από αυτές, πολεμικά αεροσκάφη βομβαρδίζουν πετρελαϊκή εγκατάσταση με τη λεζάντα «Επίθεση στο Χαργκ», αναφορά στο νησί Χαργκ, το σημαντικότερο κέντρο εξαγωγής ιρανικού πετρελαίου. Ακολούθησαν αναρτήσεις με τη φράση «Τώρα είναι δικό μας το πετρελαιοφόρο», όπου ο Τραμπ εμφανίζεται να κρατά αμερικανική σημαία πάνω σε πλοίο που παραπέμπει σε ιρανικό τάνκερ, καθώς και μία ακόμη εικόνα με τίτλο «Τέρμα οι μηχανές», στην οποία απεικονίζεται ιρανικό πλοίο να ανατινάζεται.

Η ανταπόκριση της Τεχεράνης και οι διεθνείς αντιδράσεις
Το Ιράν δεν ανακοίνωσε καμία επίθεση εναντίον αμερικανικών βάσεων σε χώρες του Κόλπου, ενώ δεν κηρύχθηκε κανένας νυχτερινός συναγερμός στην περιοχή. Εκπρόσωπος του ιρανικού στρατού, ο Μοχαμάντ Ακραμινιά, δήλωσε ότι «καθώς η στρατηγική μας βασίζεται ουσιαστικά στην ανταπόδοση, διακόψαμε επίσης τις επιχειρήσεις μας». Ανώτερη ιρανική πηγή δήλωσε στο Reuters ότι η Τεχεράνη παραμένει προσηλωμένη στη λογική «επίθεση για επίθεση» και ότι το μήνυμα αυτό έχει ήδη μεταφερθεί στην Ουάσινγκτον: αν σταματήσουν οι αμερικανικές επιθέσεις, θα σταματήσουν και οι ιρανικές. Η ίδια πηγή σημείωσε πάντως ότι στην ιρανική πρωτεύουσα επικρατεί μεγαλύτερος σκεπτικισμός παρά αισιοδοξία, καθώς η κυρίαρχη άποψη είναι ότι η παύση έχει τακτικό και όχι πραγματικό χαρακτήρα.
Ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στον ΟΗΕ, Μάικ Γουόλτς, επιβεβαίωσε στο δίκτυο Fox News και στην εκπομπή «Meet the Press» του NBC ότι ο Τραμπ «αφήνει χώρο για διαπραγματεύσεις» και ότι οι συνομιλίες ανάμεσα στις δύο χώρες συνεχίζονται «σε όλα τα επίπεδα». Ο ίδιος διευκρίνισε πάντως ότι ο πρόεδρος δεν έχει αποκλείσει οριστικά νέα κλιμάκωση, καθώς «όλες οι επιλογές παραμένουν στο τραπέζι». Ο Γουόλτς πρόσθεσε ότι ο αμερικανικός ναυτικός αποκλεισμός στα Στενά του Ορμούζ παραμένει σε ισχύ, αυξάνοντας την πίεση στο ιρανικό καθεστώς, την οικονομία και τον στρατό του οποίου περιγράφει ως εξασθενημένους.
Η προσωρινή αποκλιμάκωση έγινε αισθητή και στις διεθνείς αγορές πετρελαίου. Λίγες ώρες μετά την έναρξη των συναλλαγών, η τιμή του βαρελιού Μπρεντ Βόρειας Θάλασσας υποχώρησε σχεδόν 5%, στα περίπου 92 δολάρια, φτάνοντας για λίγο ακόμη και κάτω από τα 90 δολάρια. Αντίστοιχη πτώση κατέγραψε και η αμερικανική ποικιλία West Texas Intermediate, η οποία υποχώρησε στα περίπου 84 δολάρια το βαρέλι.
Τι ακολουθεί: συνάντηση Τραμπ – Νετανιάχου και διπλωματία
Οι εξελίξεις αναμένεται να βρεθούν στο επίκεντρο της συνάντησης που θα έχει την Τρίτη στον Λευκό Οίκο ο Ντόναλντ Τραμπ με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου, καθώς ο πόλεμος οδεύει να συμπληρώσει πέντε μήνες. Παράλληλα, το Ιράν και το Ομάν συνεχίζουν τεχνικές συνομιλίες για μια νέα συμφωνία που θα επιτρέψει την ασφαλή επαναλειτουργία της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαδρόμους παγκοσμίως. Χώρες όπως το Πακιστάν και το Κατάρ συνεχίζουν τις μεσολαβητικές τους προσπάθειες με στόχο την αποτροπή μιας ευρύτερης περιφερειακής σύγκρουσης και την επαναφορά της εκεχειρίας που είχε συμφωνηθεί στο μνημόνιο κατανόησης ΗΠΑ – Ιράν τον Ιούνιο.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο εξετάζουν επίσης τη διοργάνωση διεθνούς διάσκεψης με στόχο τη συγκρότηση πολυεθνικού μηχανισμού για την προστασία της ναυσιπλοΐας και την απομάκρυνση ναρκών από την περιοχή των Στενών του Ορμούζ. Μια ενδεχόμενη συμφωνία για την πλήρη επαναλειτουργία του στενού θεωρείται κρίσιμο βήμα προς την αποκλιμάκωση, ωστόσο παραμένει αβέβαιο αν θα γίνει αποδεκτή από όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές.




