Στο Χονγκ Κονγκ, πέντε άτομα συνελήφθησαν την περασμένη εβδομάδα κατά τη διάρκεια αστυνομικών εφόδων σε δύο βιβλιοπωλεία της πόλης, με την κατηγορία να αφορά την πώληση εκδόσεων με «ανατρεπτικό» περιεχόμενο. Η υπόθεση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στο διαδίκτυο, αφού μια φωτογραφία νεαρής γυναίκας που συνελήφθη φορώντας μπλουζάκι με το σλόγκαν «είμαι υπάλληλος βιβλιοπωλείου» έγινε viral. Το αδίκημα της πώλησης «ανατρεπτικού» υλικού επισύρει ποινή φυλάκισης έως και 10 χρόνια στο Χονγκ Κονγκ. Η υπόθεση αναζωπύρωσε τη συζήτηση για την ελευθερία της έκφρασης στην πόλη.
Οι έφοδοι στα βιβλιοπωλεία και η viral φωτογραφία
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν έρθει στη δημοσιότητα, η αστυνομία του Χονγκ Κονγκ πραγματοποίησε εφόδους σε δύο ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία της πόλης, καθώς θεωρήθηκε ότι πωλούσαν εκδόσεις με περιεχόμενο επικίνδυνο για την εθνική ασφάλεια. Από τις έρευνες προέκυψαν πέντε συλλήψεις, με όλους τους υπόπτους να αφήνονται στη συνέχεια ελεύθεροι με εγγύηση. Οι αρχές δεν έχουν διευκρινίσει μέχρι στιγμής ποια ακριβώς βιβλία θεωρήθηκαν «ανατρεπτικά», κάτι που έχει προκαλέσει ανησυχία στον εκδοτικό χώρο της πόλης.
Η εικόνα που έκανε το γύρο του διαδικτύου έδειχνε μια νεαρή γυναίκα να βγαίνει από ένα από τα τελευταία ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία του Χονγκ Κονγκ, με τα χέρια πίσω από την πλάτη και φορώντας μπλουζάκι με το σλόγκαν «είμαι υπάλληλος βιβλιοπωλείου». Ο λογαριασμός The Great Translation Movement ανάρτησε τη φωτογραφία στο Twitter στις 16 Ιουλίου 2026, περιγράφοντας τη στάση της γυναίκας ως αξιοπρεπή και ατάραχη παρά τη σύλληψή της. Η ανάρτηση μοιράστηκε ευρέως, ενώ στο Threads βιβλιοπώλες και ακτιβιστές υιοθέτησαν το ίδιο hashtag για να εκφράσουν την υποστήριξή τους προς τα βιβλιοπωλεία του Χονγκ Κονγκ.

Ανάμεσα στα βιβλία που, σύμφωνα με δημοσιεύματα, ενδέχεται να βρίσκονταν στο επίκεντρο των ερευνών είναι το «Let Only Red Flowers Bloom: Identity and Belonging in Xi Jinping’s China», γραμμένο από τη δημοσιογράφο Έμιλι Φενγκ. Η αναφορά αυτή πυροδότησε άμεσα αντιδράσεις τόσο στον εκδοτικό κλάδο όσο και στο ευρύ κοινό, με το συγκεκριμένο βιβλίο να αποκτά ξαφνικά μεγάλη προβολή.
Αντιδράσεις αρχών και εκδοτικού κόσμου
Ο επικεφαλής ασφαλείας του Χονγκ Κονγκ, Κρις Τανγκ, τοποθετήθηκε δημόσια μετά τις συλλήψεις, δηλώνοντας ότι οι βιβλιοπώλες φέρουν την ευθύνη να διασφαλίζουν ότι τα βιβλία που πωλούν είναι νόμιμα. Παρομοίασε μάλιστα την υποχρέωση αυτή με εκείνη των εμπόρων τροφίμων, οι οποίοι οφείλουν να εγγυώνται ότι τα προϊόντα τους δεν θα βλάψουν την υγεία των καταναλωτών. Η αστυνομία του Χονγκ Κονγκ, από την πλευρά της, αρνήθηκε να προβεί σε περαιτέρω σχόλια σχετικά με την υπόθεση, σύμφωνα με δημοσίευμα του Guardian.
Στην αντίπερα όχθη, ο εκδοτικός οίκος Acropolis Publishing προχώρησε την περασμένη εβδομάδα σε επείγουσα ανατύπωση 10.000 επιπλέον αντιτύπων του βιβλίου, καθώς η ζήτηση εκτινάχθηκε μετά τις συλλήψεις. Η Σάρα Σουνγκ, ανώτερη συντάκτρια στην Acropolis, ανέφερε ότι αρκετοί αναγνώστες αγόραζαν αντίτυπα όχι απλώς για να διαβάσουν, αλλά ως συμβολική «δήλωση υπέρ της δημοκρατίας και της ελευθερίας». Σύμφωνα με τη Σουνγκ, οι αγορές αυτές δείχνουν ότι το κοινό δεν πρόκειται να σιωπήσει ούτε να εκφοβιστεί από τη λογοκρισία που ασκείται στα βιβλιοπωλεία της πόλης.
Η υπόθεση απέκτησε απήχηση και εκτός Χονγκ Κονγκ. Η Τσανγκ Χουί-τζου, ιδιοκτήτρια του ανεξάρτητου βιβλιοπωλείου «Touat Books» στην Ταϊπέι, βρέθηκε ανάμεσα σε όσους σχολίασαν τις εξελίξεις, καθώς οι συλλήψεις στα βιβλιοπωλεία του Χονγκ Κονγκ ξεπέρασαν τα σύνορα της πόλης και απασχόλησαν την ευρύτερη κοινότητα ανεξάρτητων εκδοτών και βιβλιοπωλών της περιοχής.




