Η σύνταξη ελεύθερων επαγγελματιών βρίσκεται και πάλι στο επίκεντρο, καθώς εκατοντάδες χιλιάδες ασφαλισμένοι στον e-ΕΦΚΑ επιλέγουν τις χαμηλότερες ασφαλιστικές κατηγορίες για να μειώσουν τις μηνιαίες εισφορές τους. Η επιλογή αυτή, όπως δείχνουν τα στοιχεία, οδηγεί σε μελλοντικές συντάξεις κάτω ή οριακά πάνω από τα 1.000 ευρώ. Πάνω από 650.000 ελεύθεροι επαγγελματίες έχουν ενταχθεί στην πρώτη, χαμηλότερη κατηγορία εισφορών, ενώ μόλις 163.500 έχουν επιλέξει τη δεύτερη. Το ζήτημα αφορά άμεσα το ανταποδοτικό μέρος της σύνταξης που θα λάβουν όταν συνταξιοδοτηθούν.
Σύνταξη ελεύθερων επαγγελματιών: σχεδόν εννέα στους δέκα στις χαμηλότερες κατηγορίες
Σύμφωνα με ρεπορτάζ της ΕΡΤ, από όσους έχουν καταταχθεί στις έξι βασικές ασφαλιστικές κατηγορίες του e-ΕΦΚΑ, σχεδόν εννέα στους δέκα καταβάλλουν τις δύο χαμηλότερες εισφορές. Η τάση αυτή συνδέεται με τις καθημερινές οικονομικές πιέσεις που αντιμετωπίζουν οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι οποίοι επιλέγουν να περιορίσουν τη μηνιαία επιβάρυνση, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει μικρότερη σύνταξη στο μέλλον. Για το 2026, η συνολική μηνιαία εισφορά για σύνταξη και υγειονομική περίθαλψη διαμορφώνεται στα 250,77 ευρώ για την πρώτη κατηγορία και στα 300,93 ευρώ για τη δεύτερη. Από τα ποσά αυτά, τα 185,09 ευρώ και τα 222,12 ευρώ αντίστοιχα αφορούν αποκλειστικά τον κλάδο κύριας σύνταξης.
Το σημερινό καθεστώς έχει τις ρίζες του στον νόμο Κατρούγκαλου του 2016, όταν οι ασφαλιστικές εισφορές των ελεύθερων επαγγελματιών συνδέθηκαν με το πραγματικό εισόδημά τους. Τότε, σημαντικός αριθμός ασφαλισμένων κατέβαλλε την κατώτατη εισφορά για τον κλάδο σύνταξης, η οποία ανερχόταν σε περίπου 157 ευρώ. Από το 2020 όμως οι εισφορές αποσυνδέθηκαν από το εισόδημα και επανήλθε το σύστημα των έξι ασφαλιστικών κατηγοριών. Η μεγάλη πλειονότητα των ασφαλισμένων επέλεξε τότε την πρώτη κατηγορία, προκειμένου να διατηρήσει τη μηνιαία επιβάρυνση στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο.

Πόσα θα είναι τα ποσά της σύνταξης μετά από δεκαετίες ασφάλισης
Οι εκτιμήσεις για τα μελλοντικά ποσά σύνταξης, με βάση το ισχύον καθεστώς, δείχνουν καθαρά τη διαφορά ανάμεσα στις κατηγορίες. Με 38 χρόνια ασφάλισης, η εκτιμώμενη σύνταξη διαμορφώνεται στα 862 ευρώ για την πρώτη κατηγορία και στα 946 ευρώ για τη δεύτερη. Με 36 χρόνια ασφάλισης, τα ποσά περιορίζονται ακόμη περισσότερο, στα 815 ευρώ και στα 889 ευρώ αντίστοιχα. Αντίθετα, όσοι έχουν επιλέξει την έκτη κατηγορία, με τις υψηλότερες εισφορές, μπορούν να υπολογίζουν σε σύνταξη που φτάνει τα 1.788 ευρώ με 38 χρόνια ασφάλισης και τα 1.635 ευρώ με 36 χρόνια.
Η διαφορά αυτή αναδεικνύει το δίλημμα που καλούνται να διαχειριστούν καθημερινά οι ελεύθεροι επαγγελματίες: η επιλογή χαμηλότερης εισφοράς ανακουφίζει το μηνιαίο εισόδημα σήμερα, αλλά περιορίζει σημαντικά το ανταποδοτικό μέρος της σύνταξης στο μέλλον. Παράλληλα, όπως επισημαίνεται, η μετάβαση σε υψηλότερη ασφαλιστική κατηγορία κατά τα τελευταία χρόνια του εργασιακού βίου μπορεί να βελτιώσει το τελικό ποσό, όμως το όφελος δεν είναι ίδιο για όλους τους ασφαλισμένους. Ο υπολογισμός της σύνταξης δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την τελευταία πενταετία εργασίας.
Τι λαμβάνεται υπόψη στον τελικό υπολογισμό
Στον υπολογισμό της σύνταξης λαμβάνονται υπόψη πολλαπλοί παράγοντες, πέρα από την τρέχουσα ασφαλιστική κατηγορία. Το σύνολο των ετών ασφάλισης, οι εισφορές και οι ασφαλιστέες αποδοχές από το 2002 και μετά, τυχόν οφειλές προς τον e-ΕΦΚΑ, καθώς και η αναγνώριση πλασματικών ετών επηρεάζουν όλα το τελικό ποσό που θα λάβει ο ασφαλισμένος. Για τον λόγο αυτό, ειδικοί στην κοινωνική ασφάλιση συνιστούν εξατομικευμένο υπολογισμό πριν από οποιαδήποτε αλλαγή κατηγορίας, ώστε ο κάθε ασφαλισμένος να γνωρίζει με ακρίβεια πώς θα διαμορφωθεί η μελλοντική του σύνταξη.
Η γενική εικόνα που προκύπτει από τα στοιχεία του e-ΕΦΚΑ είναι ξεκάθαρη: όσο χαμηλότερες είναι οι μηνιαίες εισφορές που επιλέγει να καταβάλλει ένας ελεύθερος επαγγελματίας, τόσο μικρότερο θα είναι το ανταποδοτικό ποσό της σύνταξης των ελεύθερων επαγγελματιών. Το δίλημμα ανάμεσα στην άμεση οικονομική ανάσα και τη μελλοντική ασφάλεια παραμένει βασικό ζήτημα για εκατοντάδες χιλιάδες επαγγελματίες σε όλη την Ελλάδα, οι οποίοι καλούνται να σταθμίσουν τις τρέχουσες ανάγκες τους με τον σχεδιασμό της συνταξιοδότησής τους.




