Σε ισόβια κάθειρξη καταδικάστηκε σήμερα, Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026, ένας 25χρονος Αφγανός υπήκοος από δικαστήριο του Μονάχου, αφού τον Φεβρουάριο του 2025 έριξε το αυτοκίνητό του πάνω σε ειρηνική συνδικαλιστική διαδήλωση στο κέντρο της γερμανικής πόλης. Στην επίθεση σκοτώθηκαν μια μητέρα και το δίχρονο παιδί της, ενώ δεκάδες άλλοι άνθρωποι τραυματίστηκαν, ορισμένοι σοβαρά. Η απόφαση της ισόβιας κάθειρξης έκλεισε μια δίκη που συγκλόνισε τη Γερμανία και ανέδειξε το ζήτημα της ασφάλειας σε δημόσιες συγκεντρώσεις.
Η επίθεση που οδήγησε σε ισόβια κάθειρξη
Ο κατηγορούμενος, ο οποίος αναφέρεται δικαστικά μόνο με το όνομα Φαρχάντ Ν., οδήγησε το όχημά του μέσα στο πλήθος των διαδηλωτών τον Φεβρουάριο του 2025, προκαλώντας όσο το δυνατόν περισσότερα θύματα. Η μητέρα και το δίχρονο παιδί της τραυματίστηκαν βαριά από την πρόσκρουση και υπέκυψαν αργότερα στα τραύματά τους. Παράλληλα, πολλοί ακόμη άνθρωποι που βρίσκονταν στη διαδήλωση χτυπήθηκαν από το αυτοκίνητο, με αρκετούς να υφίστανται σοβαρούς τραυματισμούς που τους ακολουθούν μέχρι σήμερα.

Το δικαστήριο του Μονάχου καταδίκασε τον 25χρονο για δύο φόνους και για 23 απόπειρες φόνου, αποδεχόμενο πλήρως τις προτάσεις της εισαγγελίας. Η ποινή της ισόβιας κάθειρξης συνοδεύτηκε από την επισήμανση ότι, λόγω της ιδιαίτερης βαρύτητας του εγκλήματος, ο καταδικασθείς δύσκολα θα αποφυλακιστεί υπό όρους πριν συμπληρώσει τουλάχιστον 15 χρόνια κράτησης, όπως προβλέπει η γερμανική νομοθεσία για τέτοιες περιπτώσεις.
Η υπεράσπιση του Φαρχάντ Ν. είχε ζητήσει διαφορετική έκβαση, προτείνοντας ποινή κάθειρξης 15 ετών σε συνδυασμό με ψυχιατρική νοσηλεία. Οι δικηγόροι του επικαλέστηκαν μια μορφή σχιζοφρένειας που φέρεται να έπασχε ο πελάτης τους, επιχειρώντας να μετριάσουν την ποινική του ευθύνη. Το δικαστήριο, ωστόσο, δεν έκανε δεκτό το αίτημα αυτό και προχώρησε στην επιβολή της ισόβιας κάθειρξης, κρίνοντας ότι η πράξη είχε σαφή και προμελετημένο χαρακτήρα.

Οι δηλώσεις εισαγγελίας και δικαστηρίου
Στην τελική του αγόρευση, ένας από τους δύο εκπροσώπους της εισαγγελίας υπήρξε κατηγορηματικός για τα κίνητρα του δράστη. «Η πράξη, πρέπει να το πούμε καθαρά, είχε στόχο να καταστραφούν ανθρώπινες ζωές», τόνισε, περιγράφοντας την επίθεση ως προμελετημένη ενέργεια και όχι ως στιγμιαία παρόρμηση. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου, ανακοινώνοντας την απόφαση, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος επιδίωκε να επιτεθεί και να σκοτώσει ανθρώπους στην τύχη στη Γερμανία, ως μια μορφή απάντησης για την κατάσταση που επικρατεί σε ισλαμικές χώρες.
Σύμφωνα με την αιτιολογία της απόφασης, ο 25χρονος πίστευε ότι με την επίθεσή του θα ευχαριστούσε τον Θεό και θα αποδείκνυε την πίστη του στον Αλλάχ, θέλοντας παράλληλα να εμφανιστεί ως καλός μουσουλμάνος τόσο στον ίδιο του τον εαυτό όσο και στην οικογένειά του. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου οδήγησε στην απόρριψη του ισχυρισμού περί ψυχικής νόσου και στην επιβολή της αυστηρότερης δυνατής ποινής, δηλαδή της ισόβιας κάθειρξης.
Πέρα από τα δύο θύματα που έχασαν τη ζωή τους, η επίθεση άφησε βαθιά σημάδια και σε όσους επέζησαν. Πολλοί από τους τραυματίες εξακολουθούν να υποφέρουν σωματικά ή ψυχολογικά από τις συνέπειες εκείνης της ημέρας, ενώ μερικοί έχουν καταστεί ανίκανοι να εργαστούν. Η δίκη στο Μόναχο ανέδειξε τόσο το μέγεθος της τραγωδίας όσο και τη σοβαρότητα με την οποία η γερμανική δικαιοσύνη αντιμετώπισε την υπόθεση, επιβάλλοντας τελικά ισόβια κάθειρξη στον υπεύθυνο.




