Η φρίκη επέστρεψε στην πολιτεία Σακατέκας του Μεξικού, όταν πέντε πτώματα βρέθηκαν κρεμασμένα από γέφυρα στην κωμόπολη Πόσος ντε Γκαμπόα, περιοχή 5.000 κατοίκων στρατηγικής σημασίας για τη διακίνηση ναρκωτικών. Το μακάβριο εύρημα, στις 18 Ιουλίου, ήρθε να ανατρέψει την αίσθηση ασφάλειας που είχε αρχίσει να επικρατεί στην περιοχή τα τελευταία χρόνια. Λίγο αργότερα εντοπίστηκαν άλλα πέντε πτώματα στα περίχωρα, ανεβάζοντας τον αριθμό των θυμάτων και αναζωπυρώνοντας τον τρόμο των καρτέλ στη Σακατέκας.
Τι έγινε στην Πόσος ντε Γκαμπόα
Τα θύματα ήταν πρόσωπα με δημόσιο προφίλ: ένας πρώην δήμαρχος, δημόσιοι λειτουργοί και επιχειρηματίες από άλλες περιοχές της Σακατέκας. Σύμφωνα με πλανόδια πωλήτρια τροφίμων που βρισκόταν στην περιοχή, τα σώματα είχαν ήδη κρεμαστεί από τη γέφυρα πριν από τις 04:00 το πρωί. Δεν είναι η πρώτη φορά που στο συγκεκριμένο σημείο εντοπίζονται πτώματα ή πανό των narcos, στοιχείο που δείχνει πως η γέφυρα έχει χρησιμοποιηθεί ξανά ως σημείο επίδειξης βίας από εγκληματικές οργανώσεις.
Η Πόσος ντε Γκαμπόα, γνωστή κοινότητα για την παραγωγή φασολιών, βρίσκεται σε δρόμο διακίνησης ναρκωτικών που συνδέει την πρωτεύουσα της πολιτείας με την υπόλοιπη περιοχή. Στη διαδρομή αυτή, όπως διαπίστωσε το Γαλλικό Πρακτορείο, υπήρχαν μόλις δύο περιπολίες της αστυνομίας και ούτε ίχνος σημείου ελέγχου. Το περιστατικό αφορά την ένταση ανάμεσα στα καρτέλ Νέα Γενιά του Χαλίσκο και Σιναλόα, τα δύο ισχυρότερα δίκτυα διακίνησης ναρκωτικών της χώρας, τα οποία συγκρούονται για τον έλεγχο της περιοχής και των οδών που οδηγούν στην αγορά των ΗΠΑ.

Η δραστική μείωση των ανθρωποκτονιών από πρόθεση στη Σακατέκας, από 1.300 το 2022 σε 144 το 2025 σύμφωνα με επίσημες στατιστικές, είχε δημιουργήσει την εντύπωση πως τα χειρότερα χρόνια της βίας είχαν περάσει. Η εικόνα των κρεμασμένων σωμάτων αναίρεσε αυτή την αίσθηση μέσα σε λίγες ώρες, θυμίζοντας στους κατοίκους πως η απειλή δεν έχει εξαφανιστεί.
Αντιδράσεις και κλίμα φόβου
Η εισαγγελία άρχισε έρευνα για την υπόθεση, ενώ η τοπική κυβέρνηση της Σακατέκας υποσχέθηκε «άμεση και αυστηρή αντίδραση», ζητώντας την ενίσχυση του στρατού και της Εθνικής Φρουράς στην περιοχή. Παρά τις δηλώσεις αυτές, η πραγματικότητα στο πεδίο παραμένει διαφορετική, καθώς η αστυνομική παρουσία στον δρόμο προς την Πόσος ντε Γκαμπόα περιορίζεται σε ελάχιστες περιπολίες.
Κάτοικος της περιοχής, που ζήτησε να μην κατονομαστεί για λόγους ασφαλείας, περιέγραψε το κλίμα φόβου που επικρατεί μετά το σκοτάδι. «Είμαστε ανάστατοι, είναι σαν να μην βρίσκεται κανένας εδώ. Από τις 21:00 δεν βλέπεις πλέον ψυχή έξω», ανέφερε. Ο ίδιος, που λέει πως έχασε τον αδερφό του με παρόμοιο τρόπο, πρόσθεσε πως «όταν εξαφανίζουν κάποιον εδώ, τον σκοτώνουν» και κατήγγειλε ότι τα καρτέλ «σκοτώνουν για το τίποτα».
Η πανεπιστημιακός Κριστέλα Τρέχο εκτιμά πως το φαινόμενο δεν περιορίζεται σε απλή σύγκρουση ανάμεσα σε καρτέλ, αλλά αφορά ευρύτερο πρόβλημα στο οποίο εμπλέκονται το οργανωμένο έγκλημα, θεσμοί του κράτους και ο ιδιωτικός τομέας. «Αυτό οδηγεί και τροφοδοτεί αυτή τη δομική βία», σημείωσε. Η εικόνα των πτωμάτων στη γέφυρα παραπέμπει στις μεθόδους που χρησιμοποιούσαν εγκληματικές οργανώσεις από το 2006, όταν ξεκίνησε ο «πόλεμος κατά των ναρκωτικών» στο Μεξικό, εκθέτοντας τα θύματά τους σε γέφυρες ή δημόσιους χώρους με στόχο τον εκφοβισμό αντιπάλων, πολιτών και αρχών.




