Η ρύθμιση των 72 δόσεων για τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς την ΑΑΔΕ παραμένει μέχρι στιγμής σε χαμηλά επίπεδα ανταπόκρισης, παρά τη μεγάλη δεξαμενή οφειλετών που μπορούν να την αξιοποιήσουν. Περίπου 1,3 εκατομμύρια φορολογούμενοι με ληξιπρόθεσμα χρέη ύψους 31,5 δισεκατομμυρίων ευρώ έχουν τη δυνατότητα να ενταχθούν στο νέο σχήμα. Η προθεσμία για την υποβολή αιτήσεων εκπνέει στις 31 Δεκεμβρίου 2026, όμως παράγοντες της αγοράς ζητούν ήδη διορθωτικές κινήσεις που θα διευρύνουν την περίμετρο της ρύθμισης.
Τι προβλέπει η ρύθμιση των 72 δόσεων
Στη ρύθμιση μπορούν να ενταχθούν όλες οι οφειλές προς τη Φορολογική Διοίκηση που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023, παρέμεναν αρρύθμιστες στις 21 Απριλίου 2026 και εξακολουθούν να είναι ανεξόφλητες κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Για την υπαγωγή απαιτείται επίσης η υποβολή των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος των τελευταίων πέντε ετών και η μη ύπαρξη αμετάκλητης καταδίκης για φοροδιαφυγή ή λαθρεμπόριο. Η ρύθμιση ενεργοποιείται με την καταβολή της πρώτης δόσης εντός τριών εργάσιμων ημερών από την υποβολή της αίτησης, ενώ οι επόμενες δόσεις πρέπει να καταβάλλονται έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα κάθε επόμενου μήνα.
Το ελάχιστο ποσό της μηνιαίας δόσης ορίζεται στα 30 ευρώ, ενώ το επιτόκιο της ρύθμισης διαμορφώνεται στο 5,84%. Ο οφειλέτης χάνει το ευεργέτημα της ρύθμισης σε περίπτωση που δεν καταβάλει εμπρόθεσμα δύο δόσεις. Βασική προϋπόθεση για την ένταξη παραμένει η προηγούμενη τακτοποίηση των νεότερων οφειλών: όλα τα χρέη που βεβαιώθηκαν από την 1η Ιανουαρίου 2024 και μετά πρέπει είτε να έχουν εξοφληθεί είτε να έχουν ενταχθεί στην πάγια ρύθμιση, διαφορετικά η πόρτα των 72 δόσεων παραμένει κλειστή για τα παλαιότερα χρέη.

Δύσκολη εξίσωση για τους οφειλέτες
Το βασικό «αγκάθι» της ρύθμισης των 72 δόσεων, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, είναι ακριβώς αυτή η υποχρέωση προηγούμενης τακτοποίησης. Φορολογούμενοι και επιχειρήσεις που κουβαλούν παλαιά χρέη αλλά έχουν παράλληλα συσσωρεύσει και νεότερες οφειλές καλούνται να εξυπηρετούν ταυτόχρονα τις δόσεις της νέας ρύθμισης, τις τρέχουσες φορολογικές τους υποχρεώσεις -όπως φόρο εισοδήματος, ΕΝΦΙΑ και ΦΠΑ– και το επιτόκιο του 5,84% που ανεβάζει τον τελικό λογαριασμό. Για αρκετούς η εξίσωση αυτή καθίσταται ιδιαίτερα δύσκολη, γεγονός που εξηγεί εν μέρει και τη χαμηλή προσέλευση των πρώτων μηνών.
Σε σύγκριση με τον εξωδικαστικό μηχανισμό, η ρύθμιση των 72 δόσεων παρουσιάζεται ως απλούστερη επιλογή για όσους έχουν χρέη αποκλειστικά προς την εφορία ή τα ασφαλιστικά ταμεία και διαθέτουν την οικονομική δυνατότητα να ανταποκριθούν στις μηνιαίες καταβολές. Η διαδικασία είναι ταχύτερη, ενώ ο οφειλέτης γνωρίζει εξαρχής τους όρους αποπληρωμής, χωρίς τις καθυστερήσεις που συνοδεύουν άλλες μορφές ρύθμισης χρεών.
Τι αναμένεται τους επόμενους μήνες
Αρμόδια στελέχη αποδίδουν εν μέρει τη χαμηλή κινητικότητα του Αυγούστου στη θερινή περίοδο και εκτιμούν ότι από τον Σεπτέμβριο οι αιτήσεις θα αρχίσουν να ανεβάζουν ταχύτητα, καθώς η προθεσμία παραμένει ανοιχτή έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026. Ακόμη και αν η συμμετοχή παραμείνει σε χαμηλά επίπεδα, δεν αναμένεται, με τα σημερινά δεδομένα, αλλαγή των όρων της ρύθμισης προς ευνοϊκότερη κατεύθυνση. Η τελική εικόνα της ρύθμισης των 72 δόσεων θα ξεκαθαρίσει το επόμενο διάστημα, με τους φορολογούμενους να καλούνται να σταθμίσουν προσεκτικά τη δυνατότητά τους να εξυπηρετούν παράλληλα παλιές και νέες οφειλές.




