Δύο διαφορετικές εικόνες για την πορεία της ελληνικής οικονομίας το 2025 σκιαγραφούν οι ετήσιες εκθέσεις της Τράπεζας της Ελλάδος και του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ. Παρότι οι δύο φορείς συμφωνούν σε βασικά μεγέθη, όπως ο ρυθμός ανάπτυξης του ΑΕΠ, οι ερμηνείες τους διαφέρουν σημαντικά όταν το ζήτημα φτάνει στην καθημερινότητα των νοικοκυριών. Οι δύο εκθέσεις παραπέμπουν σε «δύο Ελλάδες», με διαφορετική οπτική για το εισόδημα, τη φτώχεια και τα ενοίκια.
Διαβάστε επίσης: Σεισμός 7,7 Ρίχτερ στην Ινδονησία: Συναγερμός για τσουνάμι
Τι δείχνουν τα στοιχεία για το ΑΕΠ
Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, η ελληνική οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται με ικανοποιητικό ρυθμό μέσα στο 2025, ξεπερνώντας τον μέσο ρυθμό της ευρωζώνης για πέμπτο συνεχόμενο έτος. Η ετήσια αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ διαμορφώθηκε στο 2,1%, στο ίδιο επίπεδο με το 2024. Η ΤτΕ τονίζει πως πρόκειται για πιο ισορροπημένη ανάπτυξη σε σχέση με το προηγούμενο έτος, καθώς στηρίχθηκε κυρίως στην άνοδο των επενδύσεων, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 8,9%, στην ιδιωτική κατανάλωση με άνοδο 2,0%, αλλά και στις εξαγωγές, που ενισχύθηκαν κατά 1,7%.
Η ΓΣΕΕ, μέσα από το Ινστιτούτο Εργασίας της, δεν αμφισβητεί τα βασικά νούμερα, ωστόσο επιμένει πως η εικόνα της οικονομίας παραμένει μία σχετική σταθεροποίηση και όχι μετασχηματισμός. Το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα διαμορφώθηκε το 2025 στα 19.400 ευρώ, έναντι 34.110 ευρώ στον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 27 κρατών-μελών. Σε σχέση με το 2019, όταν το αντίστοιχο μέγεθος ήταν στα 17.210 ευρώ, καταγράφεται βελτίωση, όμως η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο παραμένει μεγάλη. Σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, η Ελλάδα βρίσκεται στο 68% του μέσου όρου της ΕΕ, από 66% το 2019, γεγονός που καταδεικνύει πολύ αργή πρόοδο στη σύγκλιση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες.

Η ΓΣΕΕ επισημαίνει ακόμη πως η Ελλάδα δεν συγκαταλέγεται στις πιο δυναμικές οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς χώρες όπως η Ιρλανδία, η Μάλτα, η Κύπρος, η Πολωνία, η Κροατία και η Βουλγαρία καταγράφουν υψηλότερες επιδόσεις ανάπτυξης. Για τον λόγο αυτό, το Ινστιτούτο Εργασίας εκτιμά ότι η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας πρέπει να αποτιμηθεί με ρεαλισμό, καθώς αντανακλά ανθεκτικότητα απέναντι σε ένα δυσμενές διεθνές περιβάλλον, χωρίς ωστόσο να αποδεικνύει ουσιαστική σύγκλιση ή δομική αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας.
Οι δύο διαφορετικές αναγνώσεις
Η διαφορά στην προσέγγιση των δύο φορέων φαίνεται καθαρά στον τρόπο που αποτιμούν το ίδιο μέγεθος. Η Τράπεζα της Ελλάδος επιλέγει να τονίσει τη σύνθεση της ανάπτυξης, δηλαδή το γεγονός ότι στηρίζεται πλέον σε επενδύσεις και εξωτερικό τομέα και όχι μόνο σε κατανάλωση. Παράλληλα, αναγνωρίζει πως η αύξηση της κατανάλωσης καταγράφηκε παρά τη μείωση της αγοραστικής δύναμης λόγω του πληθωρισμού, σε συνδυασμό με την απόσυρση μέτρων στήριξης που είχαν ισχύσει τα προηγούμενα χρόνια.
Η ΓΣΕΕ, από την πλευρά της, εστιάζει στο πραγματικό βιοτικό επίπεδο των νοικοκυριών και στο πόσο αυτό έχει πλησιάσει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το συμπέρασμα του Ινστιτούτου Εργασίας είναι ότι η μεγέθυνση του ΑΕΠ δεν έχει μετατραπεί ακόμη σε ουσιαστική βελτίωση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών, με αποτέλεσμα η ελληνική οικονομία να εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα σε αυτόν τον τομέα. Οι δύο εκθέσεις, αν και βασίζονται στα ίδια στατιστικά δεδομένα, καταλήγουν έτσι σε δύο διαφορετικές αφηγήσεις για το πώς βιώνουν οι πολίτες την οικονομική πραγματικότητα της χώρας.




