Στα 30 χρόνια από τις δολοφονίες στη Δερύνεια αναφέρθηκε ο πρώην ευρωβουλευτής του ΑΚΕΛ, Νιαζί Κιζίλγιουρεκ, με ανάρτησή του στο Facebook. Ο Τουρκοκύπριος ακαδημαϊκός περιέγραψε τα τραγικά γεγονότα του Αυγούστου του 1996 στη νεκρή ζώνη της Αμμοχώστου, όταν δολοφονήθηκαν ο Τάσος Ισαάκ και ο Σολωμός Σολωμού. Στο κείμενό του έκανε λόγο για ντροπή που ένιωσε ως Τουρκοκύπριος και για ηθικό χρέος συγγνώμης προς τα θύματα και τις οικογένειές τους.
Οι φονικές ημέρες στη νεκρή ζώνη της Αμμοχώστου
Σύμφωνα με την ανάρτηση του Κιζίλγιουρεκ, εκείνο το καλοκαίρι είχε ήδη δολοφονηθεί ο Κουτλού Ανταλί, πριν οι φρικτές πράξεις βίας διαδεχθούν η μία την άλλη και μετατρέψουν τον Αύγουστο του 1996 σε «κατάμαυρο μήνα», όπως τον περιγράφει ο ίδιος. Στις 11 Αυγούστου, Ελληνοκύπριοι μοτοσικλετιστές κατάφεραν να ξεφύγουν από στρατιώτες του ΟΗΕ στην περιοχή της Δερύνειας και μπήκαν στη νεκρή ζώνη, προχωρώντας προς στρατιώτες, αστυνομικούς και ένοπλους πολίτες. Ο 24χρονος Τάσος Ισαάκ έτρεξε να βοηθήσει άλλον διαδηλωτή, παγιδεύτηκε στα συρματοπλέγματα και περικυκλώθηκε από μέλη των Γκρίζων Λύκων και άνδρες του κατοχικού καθεστώτος, οι οποίοι τον χτύπησαν μέχρι θανάτου με ρόπαλα, πέτρες και μεταλλικά αντικείμενα, ενώ οι τηλεοπτικοί σταθμοί μετέδιδαν τη σκηνή ζωντανά. Ο Κιζίλγιουρεκ βρισκόταν εκείνη τη στιγμή σε τηλεοπτικό στούντιο στη Λευκωσία και, όπως γράφει, αποχώρησε σε κατάσταση κατάρρευσης.

Τρεις ημέρες αργότερα, στις 14 Αυγούστου, έγινε η κηδεία του Τάσου Ισαάκ μέσα σε βαθιά σιωπή και μαύρη θλίψη. Ο 26χρονος Σολωμός Σολωμού, συγγενής του Ισαάκ, ενώθηκε με ομάδα που κινήθηκε προς το βόρειο άκρο της νεκρής ζώνης και σκαρφάλωσε σε ιστό όπου κυμάτιζε τουρκική σημαία, επιχειρώντας να την κατεβάσει. Πυροβολήθηκε από πυρά που ανοίχθηκαν από τη βόρεια πλευρά και σωριάστηκε νεκρός, με τις τηλεοπτικές κάμερες να καταγράφουν και πάλι ζωντανά τη δολοφονία, οι εικόνες της οποίας μεταδόθηκαν σε ολόκληρο τον κόσμο.
Καταγγελίες για οργανωμένη βία και έκκληση για συγγνώμη
Στο κείμενό του, ο Νιαζί Κιζίλγιουρεκ υποστηρίζει ότι η βία εκείνων των ημερών δεν ήταν τυχαία, αλλά αποτέλεσε συνεργασία του τουρκικού κράτους, του παρακράτους και εθνικιστικών οργανώσεων. Κατά τον ίδιο, μέλη των Γκρίζων Λύκων είχαν μεταφερθεί από την Τουρκία στην κατεχόμενη Κύπρο για να αντιμετωπίσουν τους Ελληνοκύπριους διαδηλωτές, ενώ εκατοντάδες εθνικιστές κυκλοφορούσαν κοντά στη γραμμή κατάπαυσης του πυρός κρατώντας ρόπαλα, κυνηγετικά όπλα και σημαίες με τις τρεις ημισελήνους. Ο Κιζίλγιουρεκ αναφέρει ότι Τουρκοκύπριοι δημοσιογράφοι είχαν προειδοποιηθεί από το κατοχικό καθεστώς πως εκείνη την ημέρα δεν μπορούσαν να καταγράψουν όλα όσα θα έβλεπαν, καθώς τα ονόματά τους ήταν καταγεγραμμένα. Όπως περιγράφει, ένας δημοσιογράφος ρώτησε αν υπήρχε κυνήγι εκείνη την ημέρα και έλαβε την απάντηση ότι «σήμερα επιτρέπεται κάθε είδους κυνήγι».

Ιδιαίτερα επικριτικός στην ανάρτησή του εμφανίζεται ο Κιζίλγιουρεκ για τον τότε Τουρκοκύπριο ηγέτη Ραούφ Ντενκτάς, αποδίδοντάς του ευθύνες για τη στάση που τήρησε μετά τη δολοφονία του Τάσου Ισαάκ. Ο πρώην ευρωβουλευτής σημειώνει πως, παρότι δεν υπάρχει κουλτούρα απολογίας στην Κύπρο, θεωρεί πως υπάρχει ηθικό χρέος να ζητηθεί συγγνώμη, τουλάχιστον από την κόρη του Τάσου Ισαάκ, η οποία γεννήθηκε λίγες εβδομάδες μετά τη δολοφονία του πατέρα της και έλαβε το όνομα Αναστασία. «Ντράπηκα που ήμουν Τουρκοκύπριος, γιατί οι δολοφόνοι ενεργούσαν στο όνομα όλων των Τουρκοκυπρίων», αναφέρει χαρακτηριστικά στο κείμενό του, κλείνοντας την παρέμβασή του με την έκκληση για συλλογική αναγνώριση ευθυνών, 30 χρόνια μετά τις δολοφονίες στη Δερύνεια.





