Ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε την Τρίτη την αναστολή για τρεις ημέρες των νέων δασμών στον Καναδά, ύψους 50%, οι οποίοι επρόκειτο να τεθούν σε ισχύ σήμερα Τετάρτη. Η απόφαση ήρθε έπειτα από εντατικές διαπραγματεύσεις της τελευταίας στιγμής ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και την Οτάβα, καθώς ο Καναδάς επιδίωκε με κάθε τρόπο να αποτρέψει την επιβολή τους. Οι δασμοί στον Καναδά αφορούν προϊόντα συνολικής αξίας περίπου 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων και θα έμπαιναν σε εφαρμογή στις 00:01 της Τετάρτης, τοπική ώρα, αν δεν υπήρχε συμφωνία.
Διαβάστε επίσης: Η δασμολογική πολιτική του Τραμπ πλήττει Γερμανία και Καναδά
Οι διαπραγματεύσεις της τελευταίας στιγμής
Οι επαφές ανάμεσα στις δύο πλευρές συνεχίστηκαν μέχρι την τελευταία στιγμή στην Ουάσινγκτον, με Καναδούς αξιωματούχους να βρίσκονται στην αμερικανική πρωτεύουσα προκειμένου να πετύχουν έναν συμβιβασμό. Ο πρωθυπουργός του Καναδά Μαρκ Κάρνεϊ είχε επανειλημμένες συνομιλίες τις τελευταίες ημέρες με τον Ντόναλντ Τραμπ, ωστόσο μέχρι το βράδυ της Τρίτης δεν είχε ανακοινωθεί καμία συμφωνία. Τελικά, ο Αμερικανός πρόεδρος επιβεβαίωσε ότι η αναστολή των δασμών στον Καναδά αποφασίστηκε αφού οι δύο πλευρές κατέληξαν σε συμφωνία.
Οι δασμοί στον Καναδά αφορούν ένα ευρύ φάσμα προϊόντων, από αθλητικό εξοπλισμό και ξυλεία μέχρι γαλακτοκομικά, αλκοολούχα ποτά και οικοδομικά υλικά. Ο Τραμπ είχε ανακοινώσει τα μέτρα τον Ιούλιο, επικαλούμενος εμπορικές πρακτικές του Καναδά που η κυβέρνησή του χαρακτήρισε μεροληπτικές εις βάρος αμερικανικών προϊόντων, με τις διαφορές να επικεντρώνονται κυρίως στα αυτοκίνητα, τα γαλακτοκομικά και τα αμερικανικά αλκοολούχα ποτά.

Για την επιβολή τους, ο Λευκός Οίκος είχε προσφύγει στο άρθρο 338 του αμερικανικού νόμου περί δασμών του 1930, μια διάταξη που δεν είχε ξαναχρησιμοποιηθεί από Αμερικανό πρόεδρο για ανάλογα μέτρα. Η κίνηση αυτή είχε ακολουθήσει την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, η οποία περιόρισε τη δυνατότητα της κυβέρνησης Τραμπ να χρησιμοποιεί την προηγούμενη νομική βάση για την επιβολή εκτεταμένων δασμών.
Τι ζητούσε η Οτάβα και το ευρύτερο πλαίσιο
Η κυβέρνηση του Καναδά δεν επιδίωκε μόνο την αποτροπή των νέων δασμών, αλλά και ελαφρύνσεις σε ήδη υπάρχοντα αμερικανικά μέτρα σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας της, όπως ο χάλυβας, το αλουμίνιο και η ξυλεία. Οι συνομιλίες συνδέονταν παράλληλα με ευρύτερα ζητήματα στις σχέσεις των δύο χωρών, όπως η αμυντική συνεργασία και οι κρίσιμες πρώτες ύλες, ενώ διεξάγονταν με φόντο την επαναδιαπραγμάτευση της εμπορικής συμφωνίας ΗΠΑ – Μεξικού – Καναδά (USMCA).
Η πολιτική πίεση ήταν έντονη και στις δύο πλευρές των συνόρων. Στον Καναδά, η αντίδραση απέναντι στην εμπορική πολιτική του Τραμπ είχε ενισχυθεί, περιορίζοντας τα περιθώρια της κυβέρνησης Κάρνεϊ να εμφανιστεί ότι υποχωρεί στις αμερικανικές απαιτήσεις. Στις ΗΠΑ, αντίστοιχα, το ζήτημα των τιμών και του πληθωρισμού βρισκόταν ψηλά στην πολιτική ατζέντα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, γεγονός που αύξανε την πίεση για μια λύση χωρίς νέες οικονομικές τριβές. Πριν από την ανακοίνωση της συμφωνίας, η καναδική πλευρά είχε αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο αντιποίνων σε περίπτωση που οι δασμοί τίθεντο σε εφαρμογή.
Τι ακολουθεί
Η προσωρινή συμφωνία δίνει στις δύο κυβερνήσεις περιθώριο τριών ημερών προκειμένου να ολοκληρώσουν τις σχετικές διαδικασίες και να οριστικοποιήσουν τους όρους της. Η αναστολή των δασμών στον Καναδά θεωρείται προσωρινή λύση, με τις δύο πλευρές να καλούνται τώρα να μετατρέψουν τη συμφωνία-πλαίσιο σε οριστικό κείμενο πριν λήξει η νέα προθεσμία.




