Οι κάρτες σίτισης: Πώς φορολογούνται τα κουπόνια εργασίας
Οικονομία

Οι κάρτες σίτισης: Πώς φορολογούνται τα κουπόνια εργασίας

19 Αυγούστου 2026|4 λεπτά ανάγνωση

Οι κάρτες σίτισης και οι διατακτικές γεύματος έχουν μετατραπεί σε βασικό εργαλείο ενίσχυσης του εισοδήματος για έναν στους τέσσερις εργαζόμενους στην Ελλάδα, σύμφωνα με στοιχεία του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ. Η φορολογική νομοθεσία προβλέπει συγκεκριμένα όρια για τις παροχές αυτές, πάνω από τα οποία το επιπλέον ποσό φορολογείται ως εισόδημα από μισθωτή εργασία. Παράλληλα, οι κοινωνικοί εταίροι έχουν στείλει επιστολή προς το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ζητώντας αύξηση του αφορολόγητου ορίου. Το ζήτημα αποκτά βάρος καθώς το αυξημένο κόστος ζωής οδηγεί ολοένα περισσότερες επιχειρήσεις να επιλέγουν παροχές σε είδος αντί για αυξήσεις μισθών.

Διαβάστε επίσης: Η ΑΑΔΕ ξεκαθαρίζει πότε φορολογούνται τα IRIS

Τι ισχύει σήμερα για τις κάρτες σίτισης

Η αξία των διατακτικών σίτισης που χορηγεί ο εργοδότης απαλλάσσεται από τον φόρο εισοδήματος έως το ποσό των 6 ευρώ ανά εργάσιμη ημέρα. Σε ετήσια βάση, το όριο αυτό αντιστοιχεί περίπου σε 1.400 ευρώ, ανάλογα με τον αριθμό των εργάσιμων ημερών κάθε εργαζομένου. Όταν η ημερήσια αξία της παροχής ξεπερνά τα 6 ευρώ, το επιπλέον ποσό αντιμετωπίζεται φορολογικά ως παροχή σε είδος και προσαυξάνει το φορολογητέο εισόδημα από μισθωτή εργασία. Το συγκεκριμένο όριο βρίσκεται στο επίκεντρο αιτήματος που έχουν καταθέσει οι κοινωνικοί εταίροι, οι οποίοι ζητούν την αύξησή του στα 10 ευρώ ανά εργάσιμη ημέρα, ώστε να ανταποκρίνεται καλύτερα στο σημερινό κόστος διατροφής.

Διαφορετικό καθεστώς ισχύει για τις δωροεπιταγές και τα κουπόνια αγορών που παρέχουν οι επιχειρήσεις στο προσωπικό τους. Οι παροχές αυτές θεωρούνται παροχές σε είδος και δεν φορολογούνται εφόσον η συνολική αξία τους μέσα στο φορολογικό έτος δεν ξεπερνά τα 300 ευρώ. Πάνω από το συγκεκριμένο όριο, ενεργοποιείται φορολογική υποχρέωση σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τις παροχές σε είδος. Έτσι, τόσο το είδος της παροχής όσο και η συνολική της αξία μέσα στο έτος καθορίζουν τελικά αν και πόσο θα επιβαρυνθεί ο εργαζόμενος.

Κάρτα σίτισης εργαζομένου για αγορές σε σούπερ μάρκετ

Ξεχωριστό κεφάλαιο αποτελεί η μεταχείριση των κουπονιών ως προς τον ΦΠΑ, η οποία διαφοροποιείται ανάλογα με το αν πρόκειται για κουπόνι συγκεκριμένου ή πολλαπλού σκοπού. Στα κουπόνια συγκεκριμένου σκοπού είναι γνωστός από την έκδοσή τους τόσο ο τόπος φορολόγησης όσο και ο συντελεστής ΦΠΑ, με αποτέλεσμα ο φόρος να αποδίδεται κατά την έκδοση ή τη μεταβίβασή τους. Στα κουπόνια πολλαπλού σκοπού, αντίθετα, δεν μπορεί να προσδιοριστεί εξαρχής με βεβαιότητα ο τόπος φορολόγησης ή ο συντελεστής, γεγονός που μεταθέτει διαφορετικά τη στιγμή απόδοσης του φόρου.

Ένας στους τέσσερις εργαζόμενους λαμβάνει παροχή σίτισης

Σύμφωνα με την έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, περίπου το 25% των εργαζομένων στην Ελλάδα λαμβάνει κουπόνια ή κάρτες σίτισης από τον εργοδότη του, είτε σε τακτική είτε σε περιστασιακή βάση. Η χρήση τους, ωστόσο, έχει ξεφύγει από τη λογική του γεύματος στον χώρο εργασίας, αφού το 95,7% των εργαζομένων χρησιμοποιεί τις κάρτες σίτισης στα σούπερ μάρκετ για την κάλυψη βασικών αναγκών του νοικοκυριού. Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει πόσο σημαντική έχει γίνει η συγκεκριμένη παροχή για το διαθέσιμο εισόδημα πολλών ελληνικών νοικοκυριών, ιδίως σε μια περίοδο πιέσεων από το κόστος ζωής.

Από την πλευρά των επιχειρήσεων, οι φορολογικές ελαφρύνσεις αποτελούν τον βασικότερο λόγο επιλογής των παροχών σε είδος, με το 54,2% των επιχειρήσεων να τις αξιοποιεί για τα φορολογικά οφέλη. Το 40% τις χρησιμοποιεί ως εργαλείο για τη διατήρηση του προσωπικού, ενώ το 39,2% τις συνδέει με την εταιρική κουλτούρα. Οι αριθμοί αυτοί δείχνουν ότι οι κάρτες σίτισης έχουν εξελιχθεί σε στρατηγικό εργαλείο ανθρώπινου δυναμικού, πέρα από την απλή φορολογική τους διάσταση.

Το αίτημα για αύξηση στα 10 ευρώ

Η ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος μέσω διατακτικών και καρτών σίτισης αναγνωρίζεται πλέον ως εναλλακτική στις αυξήσεις μισθών, όμως η Ελλάδα εξακολουθεί να υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου στη συγκεκριμένη παροχή. Οι κοινωνικοί εταίροι επιμένουν στο αίτημά τους προς το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για αύξηση του ημερήσιου αφορολόγητου ορίου από τα 6 στα 10 ευρώ, υποστηρίζοντας ότι το ισχύον όριο δεν ανταποκρίνεται πλέον στο πραγματικό κόστος διατροφής. Η πλειονότητα όσων λαμβάνουν σήμερα τη συγκεκριμένη παροχή τη λαμβάνει επί σειρά ετών, στοιχείο που δείχνει ότι η πρακτική έχει πλέον σταθερά χαρακτηριστικά στην ελληνική αγορά εργασίας.

Σχετικά άρθρα