Ανησυχητική άνοδο καταγράφουν τα κρούσματα του ιού Δυτικού Νείλου στην Ελλάδα, με τον Εθνικό Οργανισμό Δημοσίας Υγείας να εκδίδει σήμερα, 21 Αυγούστου 2026, νέα προειδοποίηση προς τους πολίτες. Η Ανατολική Αττική εμφανίζεται ως η πλέον επιβαρυμένη περιοχή της χώρας, με τους δήμους της να εντείνουν καθημερινά τους ψεκασμούς κατά των κουνουπιών. Μέχρι σήμερα έχουν καταγραφεί 157 επιβεβαιωμένα κρούσματα, αριθμός σαφώς αυξημένος σε σχέση με πέρυσι.
Διαβάστε επίσης: Ο ιός Δυτικού Νείλου καλπάζει: 157 κρούσματα, 13 νεκροί
Έξαρση με 157 κρούσματα και 13 θανάτους
Έως τις 19 Αυγούστου 2026 είχαν καταγραφεί 157 κρούσματα και 13 θάνατοι από τον ιό Δυτικού Νείλου, όταν σε ολόκληρο το 2025 είχαν δηλωθεί συνολικά 96 κρούσματα και 9 θάνατοι. Η Ανατολική Αττική συγκεντρώνει τον μεγαλύτερο αριθμό περιστατικών, με τον Δήμο Σπάτων-Αρτέμιδος να καταγράφει 14 κρούσματα, τον Δήμο Μαρκοπούλου Μεσογαίας 11, τον Δήμο Βάρης-Βούλας-Βουλιαγμένης 9, ενώ ακολουθούν οι Δήμοι Αγίας Παρασκευής με 6 κρούσματα, Παλλήνης και Χαλανδρίου με 5 έκαστος και η Γλυφάδα με 4. Σύμφωνα με τον ΕΟΔΥ, για κάθε επιβεβαιωμένο κρούσμα αντιστοιχούν περίπου 140 αδιάγνωστες λοιμώξεις, γεγονός που δείχνει πόσο ευρύτερα διαδεδομένος είναι στην πραγματικότητα ο ιός. Το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων αναφέρει ότι ο ιός κυκλοφορεί φέτος σε εννέα ευρωπαϊκές χώρες, με την Ελλάδα να βρίσκεται στη δεύτερη θέση σε αριθμό κρουσμάτων μετά την Ιταλία.
Οι ειδικοί εξηγούν ότι περίπου το 80% των μολύνσεων δεν προκαλεί κανένα σύμπτωμα. Σε ποσοστό λίγο κάτω από 20% εμφανίζονται συμπτώματα παρόμοια με γρίπη, όπως πυρετός, πονοκέφαλος, μυαλγίες, πόνοι στις αρθρώσεις, κόπωση και αδυναμία, ενώ ορισμένοι ασθενείς παρουσιάζουν και γαστρεντερικά συμπτώματα ή παροδικό εξάνθημα. Τα συμπτώματα συνήθως εμφανίζονται 2 έως 6 ημέρες μετά το τσίμπημα από μολυσμένο κουνούπι, αν και σε σπανιότερες περιπτώσεις μπορεί να καθυστερήσουν έως και 14 ημέρες, ιδίως σε ανθρώπους με αδύναμο ανοσοποιητικό σύστημα. Λιγότερο από το 1% όσων μολύνονται αναπτύσσουν τη σοβαρή, νευροδιηθητική μορφή της νόσου, η οποία προσβάλλει το κεντρικό νευρικό σύστημα, δηλαδή τον εγκέφαλο και τον νωτιαίο μυελό, και μπορεί να απαιτήσει άμεση νοσηλεία.

Αντιδράσεις ειδικών και μέτρα πρόληψης
Ο καθηγητής Υγιεινής και Επιδημιολογίας της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Γκίκας Μαγιορκίνης, μιλώντας χθες στο ERTnews, τόνισε ότι δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί με βεβαιότητα η αιτία της φετινής έξαρσης. Όπως ανέφερε, η συγκέντρωση αυξημένων κρουσμάτων σε συγκεκριμένες περιοχές πιθανότατα σχετίζεται με την παρουσία μολυσμένων πληθυσμών πτηνών, από τα οποία μολύνονται τα κουνούπια που στη συνέχεια μεταδίδουν τον ιό στον άνθρωπο. Ένα από τα σενάρια που εξετάζουν οι επιστήμονες συνδέει τη φετινή εικόνα με τη μετατόπιση πτηνών μετά τον τυφώνα Daniel το 2023, όταν η Θεσσαλία είχε βρεθεί στο επίκεντρο της δραστηριότητας του ιού.
Απέναντι στην έξαρση, οι δήμοι της Αττικής και η Περιφέρεια Αττικής έχουν εντείνει το πρόγραμμα ψεκασμών, με καθημερινές παρεμβάσεις στις περιοχές όπου καταγράφεται ο μεγαλύτερος αριθμός σοβαρών περιστατικών. Στον Δήμο Κηφισιάς, το πρόγραμμα προληπτικών ψεκασμών βρίσκεται σε εξέλιξη από τον Μάιο, με πρόσφατες παρεμβάσεις στο Πάρκο Ηρώων Πολυτεχνείου στη Νέα Κηφισιά, σε σημεία όπου υπάρχουν στάσιμα νερά. Οι ψεκασμοί αυτοί είναι προνυμφοκτόνοι, γίνονται με βιολογικά σκευάσματα και στοχεύουν στην εξόντωση των προνυμφών πριν αυτές εξελιχθούν σε ενήλικα κουνούπια, ενώ θεωρούνται ασφαλείς για τον άνθρωπο, τα ζώα και το περιβάλλον.
Τι συστήνουν οι αρχές
Οι αρχές υπενθυμίζουν ότι σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση του προβλήματος παίζει και η ατομική προστασία. Συνιστούν στους πολίτες να απομακρύνουν κάθε εστία στάσιμου νερού από τα σπίτια τους, ακόμη και μικρές ποσότητες που συγκεντρώνονται σε πιατάκια γλαστρών ή σε δοχεία κλιματιστικών, καθώς αποτελούν ιδανικές εστίες αναπαραγωγής για τα κουνούπια. Παράλληλα, προτείνεται η χρήση εντομοαπωθητικών μέσων για την καλύτερη προστασία, καθώς η δραστηριότητα των κουνουπιών παρουσιάζει συνήθως έξαρση από το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου έως και τα μέσα Σεπτεμβρίου, περίοδο κατά την οποία αναμένεται να συνεχιστεί η αυξημένη επιτήρηση από τις αρμόδιες υπηρεσίες.




