Η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη έθεσε στο μικροσκόπιο τις συμβάσεις του ΟΔΑΠ για τη διαχείριση υπηρεσιών σε αρχαιολογικούς χώρους και μουσεία, με αιχμή την Ακρόπολη. Ο Τομέας Πολιτισμού του κόμματος του Αλέξη Τσίπρα δημοσιοποίησε στοιχεία για δύο αναθέσεις που υπογράφηκαν μέσα στον Αύγουστο, πριν καν ιδρυθεί η νέα εταιρεία Hellenic Heritage. Στο επίκεντρο βρίσκονται η διαχείριση τουαλετών και θυρίδων φύλαξης, καθώς και 27 πωλητήρια σε εμβληματικούς αρχαιολογικούς χώρους. Η ανακοίνωση της ΕΛΑΣ θέτει ερωτήματα για τους όρους των διαγωνισμών και τον πραγματικό ανταγωνισμό ανάμεσα στους υποψήφιους αναδόχους.
Οι συμβάσεις του ΟΔΑΠ για την Ακρόπολη
Η πρώτη ανάθεση έγινε στις 12 Αυγούστου. Ο Οργανισμός Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτισμικών Πόρων (ΟΔΑΠ) επέλεξε την εταιρεία «Public Shine Facility Management» για τη διαχείριση χώρων υγιεινής και θυρίδων φύλαξης, καθώς και για την εγκατάσταση τουρνικέ σε τέσσερις αρχαιολογικούς χώρους της Αθήνας, ανάμεσά τους η Ακρόπολη, την οποία επισκέπτονται κάθε χρόνο πάνω από τέσσερα εκατομμύρια άνθρωποι. Η σύμβαση έχει διάρκεια έξι ετών, με δυνατότητα παράτασης για ακόμη έξι. Σύμφωνα με την ΕΛΑΣ, η εταιρεία είχε συσταθεί τον προηγούμενο Νοέμβριο με αρχικό κεφάλαιο 25.000 ευρώ και ήταν η μόνη που κατέθεσε έγκυρη προσφορά στον διαγωνισμό, με εγγυημένο μηνιαίο μίσθωμα 2.258 ευρώ συν 2% επί των εσόδων. Στη σύμβαση αυτή, οι τουαλέτες του παλαιού Μουσείου της Ακρόπολης, κλειστές επί δύο χρόνια, θα ανοίξουν εκ νέου, πλέον με χρέωση ενός ευρώ για τη χρήση τους και δύο ευρώ για κάθε θυρίδα.
Δύο ημέρες αργότερα, στις 14 Αυγούστου, ακολούθησε δεύτερη σύμβαση. Ο ΟΔΑΠ ανέθεσε στην ένωση εταιρειών Space Hellas – Radiant Technologies τη διαχείριση 27 πωλητηρίων σε αρχαιολογικούς χώρους και μουσεία, από την Ακρόπολη και την Κνωσό έως τους Δελφούς, τις Μυκήνες και τις Αιγές. Το συνολικό μίσθωμα ορίστηκε στις 50.600 ευρώ τον μήνα, επίσης με ποσοστό 2% επί των εσόδων. Στη σύμβαση περιλαμβάνεται και το νέο πωλητήριο της Ακρόπολης, που κατασκευάστηκε με πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης με κόστος 600.000 ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ. Και σε αυτόν τον διαγωνισμό κατατέθηκε μία μόνο προσφορά, στοιχείο που η ΕΛΑΣ θεωρεί ενδεικτικό της έλλειψης πραγματικού ανταγωνισμού στις συμβάσεις του ΟΔΑΠ.

Οι αντιδράσεις της ΕΛΑΣ και τα ανοιχτά ερωτήματα
Η ΕΛΑΣ υποστηρίζει ότι η ίδια ένωση εταιρειών έχει επικρατήσει συνολικά σε έντεκα διαφορετικούς διαγωνισμούς του δημοσίου, από το ανθοπωλείο της Βουλής έως τα 27 αρχαιολογικά πωλητήρια, με κοινό στοιχείο, σύμφωνα με την ανακοίνωσή της, ότι σε κάθε περίπτωση υπήρξε ο μοναδικός υποψήφιος. Με το ερώτημα «Γαλάζιοι “ημέτεροι” ακόμα και στην Ακρόπολη;», ο Τομέας Πολιτισμού του κόμματος αμφισβητεί τόσο τους οικονομικούς όρους των συμβάσεων όσο και τον βαθμό πραγματικού ανταγωνισμού στις διαδικασίες ανάθεσης. Σε δήλωσή της, η ΕΛΑΣ ανέφερε ότι «η πολιτιστική μας κληρονομιά είναι η ταυτότητά μας, η συλλογική μας μνήμη» και πρόσθεσε ότι δεν πρόκειται για περιουσιακό στοιχείο της κυβέρνησης.
Οι δύο συμβάσεις υπογράφηκαν πριν από την επίσημη ίδρυση της Hellenic Heritage, της εταιρείας που αναμένεται να αναλάβει τη διαχείριση των εμπορικών και επιχειρησιακών λειτουργιών αρχαιολογικών χώρων και μουσείων σε όλη την επικράτεια. Η ΕΛΑΣ εκτιμά ότι οι συμβάσεις του ΟΔΑΠ διαμορφώνουν εκ των προτέρων το μοντέλο λειτουργίας που θα ακολουθήσει η νέα εταιρεία, κάτι που το κόμμα θεωρεί ότι χρήζει διαφάνειας και δημόσιου ελέγχου. Ο ΟΔΑΠ, από την πλευρά του, προχώρησε στις αναθέσεις μέσω ανοιχτών πλειοδοτικών διαγωνισμών, διαδικασία που προβλέπεται από το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας του οργανισμού για παρόμοιες υπηρεσίες.
Το ζήτημα αποκτά βάρος λόγω της συμβολικής αξίας της Ακρόπολης, του πιο πολυσύχναστου αρχαιολογικού χώρου της χώρας, με πάνω από τέσσερα εκατομμύρια επισκέπτες ετησίως. Η επαναλειτουργία των τουαλετών του παλαιού Μουσείου, έστω και με αντίτιμο, παρουσιάζεται από τον ΟΔΑΠ ως αναβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τους επισκέπτες, ενώ η ΕΛΑΣ εστιάζει στο ύψος του μισθώματος και στον αριθμό των συμμετεχόντων στους διαγωνισμούς. Το κόμμα έχει ζητήσει να δημοσιοποιηθούν τα στοιχεία βάσει των οποίων κρίθηκε ότι οι εταιρείες διαθέτουν την αναγκαία εμπειρία και τεχνική επάρκεια για την ανάληψη των συγκεκριμένων έργων.




