Το Ιράν «στοιχειώνει» τον Τραμπ έξι μήνες μετά
Διεθνή

Το Ιράν «στοιχειώνει» τον Τραμπ έξι μήνες μετά

27 Αυγούστου 2026|3 λεπτά ανάγνωση

Έξι μήνες μετά την έναρξη των αμερικανοϊσραηλινών επιθέσεων κατά του Ιράν, η σύγκρουση που ο Ντόναλντ Τραμπ είχε παρουσιάσει σαν μια σύντομη «εκδρομή» έχει μετατραπεί σε παρατεταμένο αδιέξοδο. Η Τεχεράνη δεν έχει υποκύψει, τα προβλήματα στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ συνεχίζονται, ενώ η Ουάσινγκτον δεν έχει καταφέρει να επιβάλει μια οριστική λύση. Η εξέλιξη αυτή έχει ήδη αποδειχθεί δαπανηρή για τον Αμερικανό πρόεδρο, τόσο σε πολιτικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο, με τις συνέπειες να εκτείνονται από τη Μέση Ανατολή έως την παγκόσμια οικονομία και τη στρατιωτική ετοιμότητα των ΗΠΑ. Ο ίδιος ο Τραμπ είχε προβλέψει πως η σύγκρουση θα είχε λήξει μέσα σε τέσσερις εβδομάδες, εκτίμηση που διαψεύστηκε πλήρως από την πραγματικότητα.

Αναγνωρίζοντας ότι νέα στρατιωτικά πλήγματα δεν πρόκειται να αναγκάσουν το Ιράν σε παραχωρήσεις, η αμερικανική κυβέρνηση στρέφεται πλέον σε μια εκστρατεία οικονομικής πίεσης, με στόχο να εξασθενήσει σταδιακά την κυβέρνηση της Τεχεράνης. Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, έχει δηλώσει σε συμμάχους ότι, «προς το παρόν», είναι απίθανο να εξαπολυθούν νέες επιθέσεις. Ωστόσο, το τι θα ακολουθήσει παραμένει αβέβαιο, καθώς πολλές από τις συνέπειες του πολέμου φαίνεται πως θα διαρκέσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Το πολιτικό τίμημα για τον Τραμπ

Ο πόλεμος δεν ήταν δημοφιλής εξαρχής και η αποδοχή του μειώνεται συνεχώς. Σύμφωνα με δημοσκόπηση των Reuters/Ipsos, τα ποσοστά δημοτικότητας του Τραμπ υποχώρησαν από 40% σε μόλις 33% μετά την έναρξη της σύγκρουσης, καθώς η άνοδος των τιμών της βενζίνης έχει πλήξει την προεκλογική του υπόσχεση για μείωση του κόστους ζωής. Μόλις το 31% των Αμερικανών εγκρίνει τη στρατιωτική εμπλοκή, ποσοστό χαμηλότερο από αντίστοιχες συγκρούσεις του παρελθόντος, όπως ο πόλεμος στο Αφγανιστάν, που είχε διατηρήσει έγκριση άνω του 50% για χρόνια σύμφωνα με το Gallup. Παρότι ο Τραμπ είχε κάνει προεκλογική εκστρατεία υποσχόμενος τερματισμό πολέμων και δικαιολόγησε την επέμβαση επικαλούμενος τα πυραυλικά προγράμματα και τις πυρηνικές φιλοδοξίες του Ιράν, δεν έχει καταφέρει να πείσει τους περισσότερους ψηφοφόρους.

Η δυσαρέσκεια για τις υψηλές τιμές δημιουργεί πρόσθετο πρόβλημα για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, όπου διακυβεύονται οι στενές πλειοψηφίες του κόμματος και στα δύο σώματα του Κογκρέσου. Παράλληλα, η σύγκρουση έχει βαθύνει το ρήγμα ανάμεσα στους πιο απομονωτιστές Ρεπουμπλικανούς, που επιθυμούν άμεσο τέλος της εμπλοκής, και σε εκείνους τους βουλευτές που θεωρούν ότι ο Τραμπ οφείλει να διατηρήσει τη στρατιωτική πίεση απέναντι στην Τεχεράνη.

Οι επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία

Οι επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ προκάλεσαν αρχικά έντονο συναγερμό στις διεθνείς αγορές, καθώς οι αναλυτές φοβούνταν σοβαρή αναταραχή στην παγκόσμια οικονομία λόγω της κρισιμότητας της περιοχής για τις πετρελαϊκές ροές. Αν και οι επιπτώσεις αποδείχθηκαν τελικά λιγότερο καταστροφικές απ’ ό,τι αρχικά αναμενόταν, τα προβλήματα στη ναυσιπλοΐα γύρω από τα Στενά του Ορμούζ εξακολουθούν να αποτελούν πηγή ανησυχίας για το διεθνές εμπόριο ενέργειας. Σε αυτό το πλαίσιο, η αβεβαιότητα που καλλιεργεί η παράταση της σύγκρουσης συνεχίζει να επηρεάζει τις τιμές των καυσίμων, με άμεσο αντίκτυπο στην καθημερινότητα των Αμερικανών καταναλωτών.

Τι ακολουθεί για την Ουάσινγκτον

Με τη στρατιωτική οδό να φαντάζει αδιέξοδη, η κυβέρνηση Τραμπ φαίνεται να ποντάρει πλέον στην οικονομική εξουθένωση του ιρανικού καθεστώτος ως τη μόνη ρεαλιστική στρατηγική εξόδου. Ωστόσο, χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα ή εγγυημένο αποτέλεσμα, το πολιτικό κόστος για τον Αμερικανό πρόεδρο αναμένεται να συνεχίσει να διογκώνεται όσο η κρίση παραμένει σε εκκρεμότητα.

Σχετικά άρθρα