Νέα στοιχεία έρχονται στο φως για τη σύγκρουση πλοίων στη Θάλασσα του Μαρμαρά, ανοιχτά της Σηλυβρίας, όπου το φορτηγό πλοίο Tuğberk İmamoğlu βυθίστηκε έπειτα από σύγκρουση με το δεξαμενόπλοιο ALSU. Στο πλοίο επέβαιναν 10 ναυτικοί, οι οποίοι εξακολουθούν να αγνοούνται μέχρι σήμερα. Οι ασύρματες συνομιλίες των δύο καπετάνιων λίγο πριν από το δυστύχημα δημοσιοποιήθηκαν και βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο της έρευνας για τα αίτια του ναυαγίου.
Διαβάστε επίσης: Η βύθιση πλοίου στο Μαρμαρά: Αγωνία για 10 αγνοούμενους
Τι έγινε τα ξημερώματα στη Θάλασσα του Μαρμαρά
Η σύγκρουση σημειώθηκε γύρω στις 03:15 τα ξημερώματα, ανοιχτά της Σηλυβρίας, κοντά στην Κωνσταντινούπολη. Σύμφωνα με τις ηχογραφημένες συνομιλίες που δημοσιοποιήθηκαν, ο καπετάνιος του Tuğberk İmamoğlu προειδοποίησε επανειλημμένα το πλήρωμα του ALSU να στρίψει προς τα αριστερά, λέγοντας χαρακτηριστικά «ALSU, σου είπα να στρίψεις αριστερά». Από το δεξαμενόπλοιο φέρεται να απάντησαν «εντάξει, εντάξει», ωστόσο η αλλαγή πορείας δεν φαίνεται να πραγματοποιήθηκε εγκαίρως, με αποτέλεσμα τα δύο πλοία να συγκρουστούν λίγα λεπτά αργότερα.

Το σήμα κινδύνου από τον πομπό EPIRB του Tuğberk İmamoğlu ελήφθη μέσω του συστήματος Cospas-Sarsat στις 03:26, μόλις έντεκα λεπτά μετά τη σύγκρουση. Σύμφωνα με τον Τούρκο υπουργό Μεταφορών, Αμπντουλκαντίρ Ουράλογλου, η μικρή χρονική απόσταση ανάμεσα στη σύγκρουση και το σήμα κινδύνου αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι το πλοίο βυθίστηκε μέσα σε ελάχιστα λεπτά. Οι σωσίβιες λέμβοι του πλοίου εντοπίστηκαν να επιπλέουν στην περιοχή, όμως κανένα από τα 10 μέλη του πληρώματος δεν έχει βρεθεί μέχρι στιγμής. Ούτε ο ασύρματος του πλοίου ανταποκρινόταν στις κλήσεις γειτονικών πλοίων και των αρχών, ενώ δεν υπήρξε απάντηση ούτε στις τηλεφωνικές κλήσεις προς τα μέλη του πληρώματος.
Οι επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης συνεχίζονται με τη συμμετοχή τουλάχιστον δύο ελικοπτέρων και 12 σκαφών. Οι πρώτες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για πιθανή εμπλοκή του ανθρώπινου παράγοντα, χωρίς ωστόσο να έχει διευκρινιστεί ακόμη τι ακριβώς προκάλεσε τη σύγκρουση. Παραμένει επίσης ανοιχτό το ενδεχόμενο το πλήρωμα να μην πρόλαβε να εγκαταλείψει το πλοίο, δεδομένης της ταχύτητας με την οποία βυθίστηκε το σκάφος.

Οι αντικρουόμενες εκδοχές για την ευθύνη
Η πλοιοκτήτρια εταιρεία του βυθισμένου πλοίου, İmamoğlu Denizcilik, έδωσε τη δική της εκδοχή για όσα προηγήθηκαν του δυστυχήματος. Σύμφωνα με την εταιρεία, το Tuğberk İmamoğlu κινούνταν κανονικά στην προβλεπόμενη λωρίδα του συστήματος διαχωρισμού θαλάσσιας κυκλοφορίας και ακολουθούσε τους διεθνείς κανόνες ναυσιπλοΐας, χωρίς να αντιμετωπίζει κάποιο τεχνικό πρόβλημα που θα μπορούσε να επηρεάσει την πλεύση του. Τα πιστοποιητικά του πλοίου βρίσκονταν, όπως ανέφερε η εταιρεία, σε ισχύ. Με βάση αυτά τα στοιχεία, η İmamoğlu Denizcilik αποδίδει την ευθύνη της σύγκρουσης στους ελιγμούς του ALSU, πρόκειται όμως για δικό της ισχυρισμό και όχι για επίσημο πόρισμα, καθώς η έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη.
Ο ιδιοκτήτης του πλοίου, Ταχσίν Ντογρουγιόλ, εξέφρασε έντονα παράπονα για την καθυστέρηση στην ενημέρωση των αρχών, υποστηρίζοντας ότι μεσολάβησαν περισσότερα από 30 λεπτά μέχρι να αναφερθεί επίσημα το περιστατικό. Άφησε παράλληλα αιχμές για τη στάση του άλλου πλοίου μετά τη σύγκρουση, δηλώνοντας χαρακτηριστικά ότι «το να φεύγεις είναι προδοσία». Από την πλευρά του, ο γενικός διευθυντής Ναυτιλίας της Τουρκίας, Ουνάλ Μπαϊλάν, ανέφερε ότι από τα μέχρι στιγμής στοιχεία προκύπτει πως οι δύο καπετάνιοι είχαν συνομιλήσει μέσω ασυρμάτου και γνώριζαν ο ένας την παρουσία του άλλου, φαίνεται μάλιστα ότι είχαν συζητήσει προκειμένου να προσαρμόσουν τις πορείες τους ώστε να αποφύγουν τη σύγκρουση.

Οι τουρκικές αρχές αποφεύγουν προς το παρόν να καταλήξουν σε συμπέρασμα για το ποιος φέρει την ευθύνη του δυστυχήματος. Οι ηχογραφημένες συνομιλίες πρόκειται να εξεταστούν αναλυτικά και να διασταυρωθούν με τις καταθέσεις των εμπλεκομένων και τα δεδομένα πορείας των δύο πλοίων, προκειμένου να διαπιστωθεί με ακρίβεια πώς εξελίχθηκε η σύγκρουση στη Θάλασσα του Μαρμαρά.
Η συνέχεια της έρευνας
Η έρευνα για τα αίτια της σύγκρουσης παραμένει ανοιχτή, με τις τουρκικές αρχές να αναμένουν τα αποτελέσματα της ανάλυσης των ηχητικών καταγραφών και των στοιχείων πλεύσης των δύο πλοίων. Παράλληλα, οι επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης για τον εντοπισμό των 10 αγνοούμενων ναυτικών συνεχίζονται, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει υπάρξει κάποιο εύρημα.




