Η υπόθεση της ηλεκτρικής διασύνδεσης Κύπρου-Κρήτης, γνωστής και ως έργο GSI, εξελίσσεται σε ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία τριβής ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία το τελευταίο διάστημα. Σύμφωνα με πληροφορίες, το αμέσως προσεχές διάστημα αναμένεται να ληφθεί η οριστική απόφαση για την επανάληψη των ερευνών βυθού που είναι απαραίτητες για την τοποθέτηση του υποθαλάσσιου καλωδίου. Οι τεχνικές λεπτομέρειες οριστικοποιούνται αυτές τις ημέρες από τους τρεις βασικούς εμπλεκόμενους φορείς, δηλαδή τη διαχειρίστρια εταιρεία Meridiam, τον ΑΔΜΗΕ και τη γαλλική Nexans, που έχουν αναλάβει από κοινού την υλοποίηση αυτού του κρίσιμου ενεργειακού και γεωστρατηγικού εγχειρήματος.
Παράλληλα με την οριστικοποίηση των τεχνικών ζητημάτων, εκκρεμεί η εξασφάλιση διαθεσιμότητας του ερευνητικού πλοίου ή, ενδεχομένως, περισσότερων του ενός σκαφών που θα αναλάβουν τις υποθαλάσσιες έρευνες. Η τελική πολιτική απόφαση για την επανεκκίνηση του προγράμματος θα ληφθεί σε συνεννόηση με την πολιτική ηγεσία της χώρας. Πληροφορίες αναφέρουν ότι το εγχείρημα θα μπορούσε να ξεκινήσει ακόμη και εντός του Οκτωβρίου, ενώ σε κάθε περίπτωση αναμένεται να πραγματοποιηθεί εντός του 2026. Το κλίμα, ωστόσο, παραμένει ιδιαίτερα φορτισμένο, καθώς η ρητορική κλιμάκωση από πλευράς Άγκυρας έχει επιβαρύνει σημαντικά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις τους τελευταίους μήνες.
Ένα κρίσιμο crash test για τις διμερείς σχέσεις
Η υπόθεση του GSI αναδεικνύεται πλέον σε ένα ιδιαίτερα δύσκολο, αλλά εξαιρετικά σημαντικό, τεστ αντοχής για τα ελληνοτουρκικά, στη νέα εποχή μετά τα λεγόμενα «ήρεμα νερά». Για την Ελλάδα, το ζήτημα αφορά την ουσιαστική άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων και την προάσπιση της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, η οποία έχει κηρυχθεί βάσει της Ελληνοαιγυπτιακής Συμφωνίας. Για την Τουρκία, αντίθετα, το θέμα δοκιμάζει άμεσα την ισχύ ολόκληρου του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας», καθώς και την υποτιθέμενη εγκυρότητα του αμφισβητούμενου Τουρκολιβυκού Μνημονίου.
Μετά την πρόσφατη ανταλλαγή ρηματικών διακοινώσεων ανάμεσα σε Αθήνα και Άγκυρα, η τουρκική πλευρά έστειλε ξεκάθαρο μήνυμα ότι δεν προτίθεται να αλλάξει στάση. Χαρακτηριστικές ήταν οι δηλώσεις του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος τόνισε σε απειλητικό ύφος πως «δεν θα επιτραπεί η παραβίαση των δικαιωμάτων της Τουρκίας». Οι δηλώσεις αυτές έρχονται να προστεθούν σε μια σειρά ενεργειών που ερμηνεύονται ως προσπάθεια της Άγκυρας να θέσει άτυπα ζήτημα casus belli, ιδίως στο πλαίσιο της υλοποίησης της αμυντικής συμφωνίας ανάμεσα σε Ελλάδα και Ισραήλ.
Αδιέξοδο στη διαπραγμάτευση
Προς το παρόν δεν διαφαίνεται καμία συμβιβαστική λύση που θα επέτρεπε την απρόσκοπτη συνέχιση των ερευνών βυθού. Η Τουρκία εμμένει στη θέση ότι σε ολόκληρη την περιοχή που καλύπτει το παράνομο Τουρκολιβυκό Μνημόνιο, η οποία επικαλύπτεται με την ελληνική ΑΟΖ βάσει της συμφωνίας με την Αίγυπτο, διατηρεί δικαίωμα λόγου για κάθε έργο ή έρευνα που πραγματοποιείται. Η Άγκυρα προχωρά μάλιστα στο σημείο να διεκδικεί την αρμοδιότητα έκδοσης των σχετικών Αναγγελιών προς Ναυτιλλομένους, γνωστών ως NAVTEX.
Ωστόσο, η συγκεκριμένη απαίτηση της Τουρκίας δεν μπορεί, ούτε πρόκειται, να γίνει αποδεκτή από την ελληνική πλευρά. Μια τέτοια παραχώρηση θα ισοδυναμούσε de facto με αναγνώριση του παράνομου Τουρκολιβυκού Μνημονίου, ενώ ταυτόχρονα θα νομιμοποιούσε πλήρως το αμφιλεγόμενο δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας». Σε αυτό το πλαίσιο, η ελληνική διπλωματία και οι αρμόδιοι φορείς φαίνεται να προχωρούν κανονικά στις διαδικασίες προετοιμασίας των ερευνών, στέλνοντας το μήνυμα ότι η χώρα δεν προτίθεται να υποχωρήσει στις τουρκικές πιέσεις για ένα έργο που κρίνεται στρατηγικής σημασίας τόσο για την ενεργειακή διασύνδεση όσο και για τη διαφύλαξη των κυριαρχικών δικαιωμάτων στην περιοχή.




