Η δίκη για τα Τέμπη συνεχίστηκε σήμερα, Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026, στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας, με την κατάθεση του Αντώνη Ψαρόπουλου, συνηγόρου συγγενών θυμάτων και πατέρα της Μάρθης Ψαροπούλου, που έχασε τη ζωή της στο σιδηροδρομικό δυστύχημα. Η κατάθεσή του ήρθε αμέσως μετά την ολοκλήρωση της εξέτασης των μελών της οικογένειας του μηχανοδηγού Γεώργιου Κουτσούμπα, ενός από τα 57 θύματα της τραγωδίας. Στο επίκεντρο της σημερινής συνεδρίασης βρέθηκαν το ζήτημα του «μπαζώματος» και η αιτία της πυρκαγιάς που ακολούθησε τη σύγκρουση των δύο αμαξοστοιχιών.
Η κατάθεση του Ψαρόπουλου για το «μπάζωμα» και τη φωτιά
Ο Αντώνης Ψαρόπουλος ξεκίνησε την κατάθεσή του λέγοντας πως το πρώτο πράγμα που ήθελε να μάθει μετά την τραγωδία ήταν η αιτία θανάτου της κόρης του. Στη συνέχεια αναφέρθηκε εκτενώς στις παρεμβάσεις που έγιναν στον χώρο της σύγκρουσης, γνωστές πλέον ως «μπάζωμα», καθώς και στην έρευνα του εφέτη ανακριτή Σωτήρη Μπακαΐμη. Υποστήριξε ότι ο ανακριτής «αδράνησε χρονικά» να διερευνήσει το συγκεκριμένο ζήτημα, μια καθυστέρηση που κατά την άποψή του επηρέασε καθοριστικά την πορεία της υπόθεσης. Παράλληλα, έδωσε ιδιαίτερο βάρος στο ζήτημα της φωτιάς που ξέσπασε στα βαγόνια μετά τη σύγκρουση, το οποίο χαρακτήρισε ως το μείζον σημείο διερεύνησης για τις οικογένειες που παρέλαβαν «καμένα μέλη» των δικών τους ανθρώπων.

Ο συνήγορος τόνισε πως, αν δεν είχε εκδηλωθεί η πυρκαγιά, «μετά βεβαιότητας θα υπήρχαν λιγότερα θύματα», προσθέτοντας πως οι διασώστες θα μπορούσαν να προσεγγίσουν νωρίτερα τα συντρίμμια των δύο αμαξοστοιχιών. Στην κατάθεσή του αναφέρθηκε επίσης σε στοιχεία της υπόθεσης που, κατά τον ίδιο, δεν διερευνήθηκαν επαρκώς από τις ανακριτικές Αρχές. Συγκεκριμένα έθεσε το ζήτημα του ρόλου των εκπροσώπων της κοινοπραξίας που είχε αναλάβει τη Σύμβαση 717, καθώς και την εμπλοκή του πρώην προέδρου του ΟΣΕ, Παναγιώτη Τερεζάκη. Σύμφωνα με τον κ. Ψαρόπουλο, ο Παναγιώτης Τερεζάκης διατέλεσε επί έναν ολόκληρο χρόνο πριν από το δυστύχημα τεχνικός σύμβουλος ασφαλείας δικτύου του ΟΣΕ. Η κατάθεσή του βρισκόταν σε εξέλιξη κατά τη διάρκεια της σημερινής συνεδρίασης.
Η οικογένεια Κουτσούμπα και το αίτημα για το κινητό του σταθμάρχη
Πριν από την έναρξη της κατάθεσης του Αντώνη Ψαρόπουλου, ολοκληρώθηκε η εξέταση των μελών της οικογένειας του μηχανοδηγού Γεώργιου Κουτσούμπα. Η δεύτερη κόρη του, που κατέθεσε ως μάρτυρας, τόνισε στο δικαστήριο ότι «εδώ και τρία χρόνια παλεύουμε να αποδείξουμε ότι ο πατέρας μας έκανε σωστά τη δουλειά του, όπως την έκανε εδώ και σαράντα χρόνια». Η κατάθεση αυτή αποτέλεσε συνέχεια της εξέτασης της Αθανασίας Κουτσούμπα, η οποία είχε ξεκινήσει τη Δευτέρα, όταν η δίκη πέρασε στο στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας. Νωρίτερα είχε ολοκληρωθεί το στάδιο των ισχυρισμών των κατηγορουμένων, οι οποίοι μέσω των συνηγόρων τους αρνήθηκαν τις κατηγορίες που τους αποδίδονται.

Στο πλαίσιο της κατάθεσης της οικογένειας Κουτσούμπα, συνήγορος υποστήριξης της κατηγορίας υπέβαλε αίτημα να ελεγχθεί η συσκευή του κατηγορούμενου σταθμάρχη της βραδινής βάρδιας. Πρόκειται για το κινητό τηλέφωνο που κατασχέθηκε αμέσως μετά τη σύγκρουση των δύο αμαξοστοιχιών. Ξεχωριστά συγκινητική ήταν και η κατάθεση της Χριστίνας Κουτσούμπα, μεσαίας κόρης του μηχανοδηγού, η οποία δεν κατάφερε να συγκρατήσει τα δάκρυά της περιγράφοντας τη στιγμή που η μητέρα της μπήκε στο δωμάτιο λέγοντας «εκτροχιασμός, τρένο, μπαμπάς». Η ίδια ανέφερε ότι τους έφεραν τον πατέρα τους «σε ένα κλειστό φέρετρο» και δεν μπόρεσαν ποτέ να τον αποχαιρετήσουν όπως θα ήθελαν.
Το ζήτημα των 11 λεπτών και τα επόμενα βήματα
Η Αθανασία Κουτσούμπα είχε ήδη καταθέσει ότι μίλησε με τον πατέρα της γύρω στις εννέα το βράδυ της 28ης Φεβρουαρίου 2023, όταν εκείνος της ανέφερε προβλήματα στα δρομολόγια της ημέρας. Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στο χρονικό διάστημα των περίπου 11 λεπτών μετά την αναχώρηση της επιβατικής αμαξοστοιχίας από τον σταθμό της Λάρισας, για το οποίο, όπως υποστήριξε, δεν υπάρχει καταγεγραμμένη συνομιλία μεταξύ μηχανοδηγών και σταθμαρχών. Υποστήριξε επίσης ότι «υπήρχαν αλλοιώσεις στο καταγραφικό των συνομιλιών». Το συγκεκριμένο ζήτημα αναμένεται να επανέλθει στο δικαστήριο όταν εξεταστούν πραγματογνώμονες και τεχνικοί σύμβουλοι που ασχολήθηκαν με τα καταγραφικά και τα ηχητικά της νύχτας του δυστυχήματος.





