Το ζήτημα της πρόσβασης στον πηγαίο κώδικα των ισραηλινών συστημάτων που εντάσσονται στην «Ασπίδα του Αχιλλέα» βρέθηκε στο επίκεντρο της πολιτικής επικαιρότητας, με τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ Νίκο Ανδρουλάκη να ζητά απαντήσεις από τον πρωθυπουργό. Ο κ. Ανδρουλάκης έθεσε το θέμα την Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026, στο πλαίσιο των επαφών του στη Θεσσαλονίκη ενόψει της 90ής ΔΕΘ. Παράλληλα, το κόμμα άσκησε κριτική στα οικονομικά μέτρα που ανακοινώθηκαν στην έκθεση, ενώ ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ παρουσίασε το δικό του πρόγραμμα σε συναντήσεις με παραγωγικούς και επιστημονικούς φορείς της Βόρειας Ελλάδας.
Το ερώτημα για τον πηγαίο κώδικα της «Ασπίδας του Αχιλλέα»
Μιλώντας σε εκπροσώπους παραγωγικών φορέων της Θεσσαλονίκης, ο Νίκος Ανδρουλάκης έθεσε ευθέως το ερώτημα αν η Ελλάδα θα έχει τελικά πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα των υπό προμήθεια συστημάτων. «Τελικά είμαστε ή δεν είμαστε σε ομηρία; Έχουμε πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα, ναι ή όχι; Είναι ερωτήματα που οφείλει σήμερα να απαντήσει ο ίδιος ο πρωθυπουργός», δήλωσε χαρακτηριστικά. Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ υπενθύμισε ότι ο υπουργός Εθνικής Άμυνας είχε δηλώσει στις 23 Ιουλίου ότι δεν θα προχωρήσει η προμήθεια εφόσον δεν διασφαλιστεί η πρόσβαση στον κώδικα, τονίζοντας τότε πως η χώρα δεν πρέπει να βρίσκεται «σε ομηρία ακόμη και φίλιων δυνάμεων».

Ο κ. Ανδρουλάκης αντιπαρέβαλε τις παλαιότερες κυβερνητικές διαβεβαιώσεις με όσα, όπως είπε, προέκυψαν από συνέντευξη του διευθυντή αντιπυραυλικής άμυνας του Ισραήλ σε έγκυρη εφημερίδα, σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα δεν θα έχει πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα. Χαρακτήρισε το ζήτημα «πολύ σημαντικό ζήτημα εθνικής ασφάλειας» και επεσήμανε πως η κυβέρνηση δεν έχει απαντήσει ακόμη στο συγκεκριμένο ερώτημα. Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ φρόντισε ωστόσο να διευκρινίσει ότι το κόμμα του στηρίζει την αμυντική θωράκιση της χώρας. «Στηρίζουμε κάθε προσπάθεια ισχυροποίησης της αποτρεπτικής μας δύναμης, αλλά χρειαζόμαστε και καθαρά λόγια. Όχι εμείς, η ελληνική κοινωνία», υπογράμμισε.
Κριτική στα μέτρα της ΔΕΘ και προτάσεις του ΠΑΣΟΚ
Παράλληλα με το ζήτημα ασφαλείας, ο Τομέας Οικονομικών του ΠΑΣΟΚ άσκησε κριτική στην εξειδίκευση των μέτρων που ανακοίνωσε η κυβέρνηση στη ΔΕΘ, κάνοντας λόγο για παρεμβάσεις περιορισμένου δημοσιονομικού και κοινωνικού αποτυπώματος. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Χαριλάου Τρικούπη, το επίδομα των 500 ευρώ στους δημοσίους υπαλλήλους δεν αποτελεί 13ο μισθό, θα καταβληθεί για πρώτη φορά τον Δεκέμβριο του 2027 και μετά τις κρατήσεις θα περιοριστεί σε 257 έως 389 ευρώ καθαρά. Αντίστοιχα, τα 400 ευρώ στους συνταξιούχους δεν αποτελούν 13η σύνταξη, καθώς για τους ήδη δικαιούχους η πραγματική πρόσθετη αύξηση υπολογίζεται σε μόλις 100 ευρώ τον χρόνο.

Το ΠΑΣΟΚ επεσήμανε επίσης ότι η μείωση της προκαταβολής φόρου περιορίζεται σε πέντε μονάδες για τις ατομικές επιχειρήσεις, ενώ για τα νομικά πρόσωπα η πλήρης εφαρμογή μετατίθεται έως το 2033. Ο κατώτατος μισθός των 1.000 ευρώ μετατίθεται για τον Ιανουάριο του 2028, ενώ το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙΙ» χαρακτηρίστηκε ανεπαρκές ως πολιτική κοινωνικής κατοικίας, καθώς επιδοτεί κυρίως τη ζήτηση μέσω ενοικίων χωρίς να δημιουργεί νέο απόθεμα προσιτής στέγης. Το κόμμα επανέφερε τις δικές του κοστολογημένες προτάσεις για μισθούς, συντάξεις, φορολογία και στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση τις είχε χαρακτηρίσει στο παρελθόν «λεφτόδεντρα».
Συναντήσεις με φορείς και το όραμα του ΠΑΣΟΚ
Η παρέμβαση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ εντάχθηκε σε ευρύτερο πρόγραμμα επαφών στη Θεσσαλονίκη, όπου ο Νίκος Ανδρουλάκης συνοδευόταν από τους τομεάρχες Παύλο Γερουλάνο, Άννα Διαμαντοπούλου, Μιλένα Αποστολάκη, Πάρι Κουκουλόπουλο και Γιώργο Νικητιάδη. Στις 11:00 πραγματοποιήθηκε συνάντηση με φορείς της Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια, στις 13:00, ακολούθησαν επαφές με εκπροσώπους της Δυτικής, Κεντρικής και Ανατολικής Μακεδονίας, ενόψει της συνέντευξης Τύπου που θα παραχωρήσει ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ στην 90ή ΔΕΘ.
Ο κ. Ανδρουλάκης παρουσίασε το πρόγραμμα του κόμματος για μια «Ελλάδα ισχυρή, οικονομικά και γεωπολιτικά, με κοινωνική δικαιοσύνη», μιλώντας για «άλλη κουλτούρα διακυβέρνησης, με περισσότερη διαφάνεια, περισσότερη λογοδοσία και περισσότερο διάλογο». Αναφέρθηκε στη ρευστότητα των επιχειρήσεων, στα υψηλά κέρδη των τραπεζών και στο κόστος υπηρεσιών σε σχέση με την αγοραστική δύναμη των πολιτών, ενώ σχολίασε και τη διαχείριση των ευρωπαϊκών πόρων, κάνοντας λόγο για ζητήματα διαφάνειας και λογοδοσίας. Ως παράδειγμα στο ενεργειακό ζήτημα ανέφερε τη Δυτική Μακεδονία, συγκρίνοντας την ελληνική πολιτική με τη γερμανική προσέγγιση στις λιγνιτικές μονάδες.




