Το πρόγραμμα «Κουμπαράς για τη Νέα Γενιά» ξεχώρισε ανάμεσα στις ανακοινώσεις της φετινής ΔΕΘ, με τον υπουργό Κυριάκο Πιερρακάκη να παρουσιάζει μια πρωτοβουλία που στοχεύει στη δημιουργία αποταμιευτικού κεφαλαίου για τα παιδιά. Η πρόταση προβλέπει ισόποση κρατική συμμετοχή στις οικογενειακές καταθέσεις, με ανώτατο όριο τα 1.200 ευρώ ετησίως. Στόχος του Κουμπαρά για τη Νέα Γενιά είναι να αποκτήσουν οι νέοι, μόλις ενηλικιωθούν, ένα κεφάλαιο εκκίνησης για σπουδές, στέγη ή ένα επαγγελματικό ξεκίνημα.
Πώς λειτουργεί ο Κουμπαράς για τη Νέα Γενιά
Η λογική του προγράμματος, όπως παρουσιάστηκε από τον Κυριάκο Πιερρακάκη, είναι ξεκάθαρη: η οικογένεια αποταμιεύει ένα ποσό της επιλογής της και το κράτος προσθέτει ισόποση συμμετοχή, αρχικά έως τα 1.200 ευρώ ετησίως. Τα χρήματα δεν μένουν ακίνητα, αλλά επενδύονται και παραμένουν δεσμευμένα μέχρι την ενηλικίωση του παιδιού. Με συνέπεια στις καταβολές και αρκετό χρόνο μπροστά, ακόμη και μικρές μηνιαίες καταθέσεις μπορούν να μετατραπούν σε ουσιαστικό στήριγμα για τα πρώτα βήματα της ενήλικης ζωής.
Ένα βασικό χαρακτηριστικό του μέτρου είναι η απουσία εισοδηματικών και περιουσιακών κριτηρίων. Κάθε οικογένεια, ανεξαρτήτως εισοδήματος, μπορεί να συμμετάσχει, κάτι που εξασφαλίζει απλότητα, ευρεία πρόσβαση και λιγότερα γραφειοκρατικά εμπόδια. Το ποσό της κρατικής ενίσχυσης εξαρτάται άμεσα από το ύψος της οικογενειακής αποταμίευσης: όποια οικογένεια καταφέρει να βάζει στην άκρη 20 ευρώ τον μήνα θα λάβει 240 ευρώ τον χρόνο από το κράτος, με 50 ευρώ μηνιαίως η ενίσχυση φτάνει τα 600 ευρώ, ενώ με 100 ευρώ τον μήνα η οικογένεια λαμβάνει ολόκληρα τα 1.200 ευρώ ετησίως.

Ερωτηματικά για τη δίκαιη κατανομή
Το ποσοστό ενίσχυσης παραμένει ίδιο για όλους, ωστόσο το τελικό ποσό διαφέρει σημαντικά ανάλογα με τη δυνατότητα αποταμίευσης κάθε νοικοκυριού. Σε ένα σπίτι, τα 100 ευρώ τον μήνα μπαίνουν στην άκρη χωρίς δεύτερη σκέψη. Σε ένα άλλο, τα χρήματα αυτά διεκδικούν τη θέση τους ανάμεσα στο ενοίκιο, στο ρεύμα και στο σούπερ μάρκετ. Έτσι, περισσότερη δημόσια στήριξη κατευθύνεται τελικά στο παιδί της οικογένειας που διαθέτει μεγαλύτερο περιθώριο αποταμίευσης, παρότι το ίδιο το παιδί δεν έχει επιλέξει την οικονομική αφετηρία στην οποία γεννιέται.
Το γεγονός αυτό δεν ακυρώνει τη χρησιμότητα του προγράμματος, ούτε δικαιολογεί κάποια τιμωρία για όσους έχουν τη δυνατότητα να αποταμιεύουν περισσότερα. Θέτει, όμως, ένα εύλογο ερώτημα: θα μπορούσε η κρατική συμμετοχή να είναι αναλογικά μεγαλύτερη για τα χαμηλότερα εισοδήματα; Μια πρόταση που συζητείται αφορά μια ελάχιστη ετήσια εισφορά για τα οικονομικά ασθενέστερα παιδιά, ακόμη και όταν η οικογένεια αδυνατεί να καταβάλει το αντίστοιχο ποσό. Ο βασικός στόχος του Κουμπαρά για τη Νέα Γενιά είναι να δημιουργήσει κίνητρο αποταμίευσης και όχι να αναδιανείμει εισόδημα, ωστόσο μια στοχευμένη πρόβλεψη με σαφές δημοσιονομικό όριο θα μπορούσε να διατηρήσει τον ανοιχτό χαρακτήρα του προγράμματος, δίνοντας παράλληλα μεγαλύτερη ώθηση σε όσα παιδιά ξεκινούν από πιο πίσω.
Παράλληλα με τη συζήτηση για τη δίκαιη κατανομή, τονίζεται και η ανάγκη σαφούς ενημέρωσης των οικογενειών: πρόκειται για μια επένδυση, στην οποία η κρατική εισφορά ενισχύει το αρχικό κεφάλαιο, αλλά οι αποδόσεις δεν είναι εγγυημένες. Η σωστή κατανόηση αυτού του στοιχείου κρίνεται καθοριστική για την εμπιστοσύνη των πολιτών στο πρόγραμμα, καθώς η επιτυχία του δεν θα κριθεί μόνο από το πλήθος των λογαριασμών που θα ανοίξουν, αλλά κυρίως από το αν θα αποκτήσουν περισσότερες επιλογές και τα παιδιά των οικογενειών που σήμερα δυσκολεύονται να αποταμιεύσουν έστω και 20 ευρώ τον μήνα.




