Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ανακοίνωσε σήμερα νέα αύξηση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης, τη δεύτερη φετινή κίνηση του Διοικητικού της Συμβουλίου. Η απόφαση τίθεται σε ισχύ από τις 16 Σεπτεμβρίου 2026 και επηρεάζει άμεσα τα στεγαστικά δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου, τα καταναλωτικά δάνεια και το κόστος χρηματοδότησης των επιχειρήσεων σε ολόκληρη την Ευρωζώνη. Η κίνηση ήταν ευρέως αναμενόμενη από οικονομολόγους και αναλυτές, καθώς ο πληθωρισμός παραμένει σταθερά πάνω από τον στόχο του 2%.
Διαβάστε επίσης: Η ΕΚΤ προχωρά σε νέα αύξηση επιτοκίων λόγω πληθωρισμού
Η απόφαση της ΕΚΤ και τα νέα επιτόκια
Σύμφωνα με την ανακοίνωση του Διοικητικού Συμβουλίου, το επιτόκιο της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων ανεβαίνει στο 2,50%, το επιτόκιο των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης διαμορφώνεται στο 2,65%, ενώ το επιτόκιο της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης φτάνει στο 2,90%. Η ΕΚΤ διευκρίνισε πως δεν δεσμεύεται εκ των προτέρων για συγκεκριμένη πορεία των επιτοκίων και θα αποφασίζει από συνεδρίαση σε συνεδρίαση, ανάλογα με τα εισερχόμενα οικονομικά στοιχεία.

Πίσω από την απόφαση βρίσκεται η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, η οποία συνεχίζει να πιέζει τις τιμές της ενέργειας. Το πετρέλαιο έφτασε τα 100 δολάρια το βαρέλι για πρώτη φορά από τον Ιούλιο, καταγράφοντας άνοδο σχεδόν 40% από την κατάρρευση της εκεχειρίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν στις αρχές Ιουλίου. Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη αυξήθηκε στο 3,3% τον Αύγουστο, παραμένοντας πάνω από τον στόχο για έκτο συνεχόμενο μήνα, γεγονός που ώθησε την ΕΚΤ να προχωρήσει στο υψηλότερο κόστος δανεισμού από τον Απρίλιο του 2025.
Οι προβλέψεις του προσωπικού της ΕΚΤ δείχνουν πως ο γενικός πληθωρισμός θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 3,0% το 2026, στο 2,5% το 2027 και στο 2,1% το 2028. Ο δομικός πληθωρισμός, χωρίς ενέργεια και τρόφιμα, αναμένεται στο 2,5% το 2026, στο 2,6% το 2027 και στο 2,3% το 2028. Παράλληλα, η οικονομική ανάπτυξη της Ευρωζώνης προβλέπεται στο 0,9% για το 2026, στο 1,4% για το 2027 και στο 1,5% για το 2028, με τις εκτιμήσεις να αναθεωρούνται προς τα πάνω λόγω της ανθεκτικότητας της οικονομίας.

Τι σημαίνει η αύξηση για δανειολήπτες και επιχειρήσεις
Η επιβάρυνση δεν είναι ενιαία για όλους τους δανειολήπτες. Όσοι έχουν κυμαινόμενο επιτόκιο θα δουν αναπροσαρμογή της δόσης τους όταν έρθει η ημερομηνία επανυπολογισμού που ορίζει η σύμβασή τους, ενώ όσοι έχουν κλειδώσει σταθερό επιτόκιο δεν επηρεάζονται όσο διαρκεί η σταθερή περίοδος. Μέρος της ανόδου έχει ήδη περάσει στην αγορά, καθώς το Euribor τριμήνου είχε φτάσει στις 9 Σεπτεμβρίου στο 2,626%, από περίπου 2,08% στις αρχές Απριλίου, ενώ το Euribor εξαμήνου κινείται στο 2,80%.
Για ένα ενδεικτικό στεγαστικό δάνειο 100.000 ευρώ με εναπομένουσα διάρκεια 20 ετών, η πλήρης μετακύλιση της αύξησης από το 3,72% στο 3,97% ανεβάζει τη μηνιαία δόση από περίπου 591 ευρώ σε 604 ευρώ, δηλαδή μια επιβάρυνση περίπου 13 ευρώ τον μήνα ή 157 ευρώ τον χρόνο. Το πάγωμα των επιτοκίων αναφοράς που είχαν εφαρμόσει οι τράπεζες για ενήμερα στεγαστικά δάνεια κάλυπτε την περίοδο από τον Μάιο του 2023 έως τον Μάιο του 2025 και πλέον δεν λειτουργεί ως ασπίδα απέναντι στον νέο ανοδικό κύκλο.

Μικρότερη είναι η επίπτωση στους δικαιούχους του προγράμματος «Σπίτι μου ΙΙ», αφού το 50% του δανείου έχει χορηγηθεί άτοκα και η μεταβολή του επιτοκίου αφορά μόνο το τραπεζικό σκέλος. Για τρίτεκνες και πολύτεκνες οικογένειες, καθώς και τις υπόλοιπες ειδικές κατηγορίες, επιδοτείται επιπλέον το 50% των τόκων που αναλογούν στο τραπεζικό μέρος. Η αύξηση επιτοκίων ΕΚΤ επεκτείνεται όμως και πέρα από τα στεγαστικά, καθώς ακριβαίνουν τα καταναλωτικά και επαγγελματικά δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου, οι γραμμές κεφαλαίου κίνησης, τα ανοικτά δάνεια και οι υπεραναλήψεις.
Τι ακολουθεί
Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ ξεκαθάρισε πως οι επόμενες αποφάσεις για τα επιτόκια θα λαμβάνονται από συνεδρίαση σε συνεδρίαση, με βάση τα διαθέσιμα οικονομικά και χρηματοπιστωτικά στοιχεία, τη δυναμική του πληθωρισμού και την ένταση μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής. Οι προοπτικές παραμένουν ιδιαίτερα αβέβαιες, με τους κινδύνους να κρίνονται ανοδικοί για τον πληθωρισμό και καθοδικοί για την ανάπτυξη, κυρίως λόγω της συνέχισης της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και της πορείας των τιμών της ενέργειας.




