Η ΕΚΤ προχωρά σε νέα αύξηση επιτοκίων λόγω πληθωρισμού
Οικονομία

Η ΕΚΤ προχωρά σε νέα αύξηση επιτοκίων λόγω πληθωρισμού

10 Σεπτεμβρίου 2026|3 λεπτά ανάγνωση

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) προχώρησε σήμερα, 10 Σεπτεμβρίου 2026, σε νέα αύξηση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης, ανεβάζοντας το επιτόκιο καταθέσεων στο 2,50%. Η απόφαση ελήφθη από το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ, καθώς η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή συνεχίζει να τροφοδοτεί τις πληθωριστικές πιέσεις στην Ευρωζώνη. Πρόκειται για τη δεύτερη αύξηση επιτοκίων φέτος από την κεντρική τράπεζα, η οποία έρχεται μία ημέρα αφότου το πετρέλαιο ξεπέρασε τα 100 δολάρια το βαρέλι για πρώτη φορά από τον Ιούλιο.

Τι αποφάσισε η ΕΚΤ

Με τη σημερινή απόφαση, το επιτόκιο της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων ανεβαίνει στο 2,50%, το επιτόκιο των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης στο 2,65% και το επιτόκιο της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης στο 2,90%. Τα νέα επίπεδα τίθενται σε ισχύ από τις 16 Σεπτεμβρίου 2026. Το επιτόκιο καταθέσεων φτάνει πλέον στο υψηλότερο σημείο του από τον Μάρτιο του 2025, ενώ το κόστος δανεισμού στην Ευρωζώνη ανεβαίνει στο υψηλότερο επίπεδό του από τον Απρίλιο του 2025.

Το κτίριο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στη Φρανκφούρτη

Η κίνηση αυτή ήταν ευρέως αναμενόμενη από τους οικονομολόγους και τους αναλυτές. Οι τιμές του πετρελαίου έχουν καταγράψει άνοδο σχεδόν 40% από την κατάρρευση της εκεχειρίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν στις αρχές Ιουλίου, γεγονός που αύξησε την πίεση προς την ΕΚΤ να περιορίσει τις πληθωριστικές πιέσεις. Παράλληλα, ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη ανέβηκε στο 3,3% τον Αύγουστο, παραμένοντας πάνω από τον στόχο του 2% για έκτο συνεχόμενο μήνα.

Η ΕΚΤ επισημαίνει ότι ο πληθωρισμός αναμένεται να παραμείνει σημαντικά υψηλότερα από τον στόχο του 2% για παρατεταμένο χρονικό διάστημα. Η αύξηση επιτοκίων, όπως τονίζει η τράπεζα, επιβεβαιώνει τη δέσμευση του Διοικητικού Συμβουλίου να διαμορφώνει τη νομισματική πολιτική με στόχο τη σταθεροποίηση του πληθωρισμού στο 2% σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.

Το κτίριο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στη Φρανκφούρτη

Οι νέες προβλέψεις και το οικονομικό πλαίσιο

Σύμφωνα με το βασικό σενάριο των νέων προβολών του προσωπικού της ΕΚΤ, ο γενικός πληθωρισμός αναμένεται να διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 3,0% το 2026, να υποχωρήσει στο 2,5% το 2027 και να περιοριστεί στο 2,1% το 2028. Για τον δομικό πληθωρισμό, χωρίς τις τιμές της ενέργειας και των τροφίμων, οι προβλέψεις τοποθετούν τον δείκτη στο 2,5% το 2026, στο 2,6% το 2027 και στο 2,3% το 2028. Σε σύγκριση με τις εκτιμήσεις του Ιουνίου, η πρόβλεψη για το 2026 παραμένει αμετάβλητη, ενώ οι εκτιμήσεις για το 2027 και το 2028 αναθεωρήθηκαν προς τα πάνω.

Υψηλότερα τοποθετείται και ο πήχης για την ανάπτυξη της Ευρωζώνης, με την ΕΚΤ να προβλέπει ρυθμό μεγέθυνσης 0,9% το 2026, 1,4% το 2027 και 1,5% το 2028. Οι προβλέψεις για τα δύο πρώτα έτη αναθεωρήθηκαν ανοδικά, κυρίως επειδή η οικονομία της Ευρωζώνης αποδείχθηκε ανθεκτικότερη από όσο αναμενόταν. Ωστόσο, η ΕΚΤ προειδοποιεί ότι οι προοπτικές παραμένουν εξαιρετικά αβέβαιες, με τους κινδύνους να είναι ανοδικοί για τον πληθωρισμό και καθοδικοί για την οικονομική ανάπτυξη.

Τα επικαιροποιημένα σενάρια για την ενεργειακή κρίση αποτυπώνουν ένα ευρύ φάσμα πιθανών επιπτώσεων, ανάλογα με την ένταση και τη διάρκεια του σοκ, καθώς και τις έμμεσες επιδράσεις του στις τιμές και τους μισθούς. Το Διοικητικό Συμβούλιο δηλώνει έτοιμο να αντιμετωπίσει την αβεβαιότητα που προκαλεί η σύγκρουση, ακολουθώντας μια προσέγγιση βασισμένη στα εκάστοτε διαθέσιμα στοιχεία.

Τι ακολουθεί

Η ΕΚΤ ξεκαθαρίζει ότι οι επόμενες αποφάσεις για τα επιτόκια θα λαμβάνονται σε κάθε συνεδρίαση, με βάση τα νεότερα οικονομικά και χρηματοπιστωτικά στοιχεία, τις προοπτικές του πληθωρισμού και την αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής. Δεν δεσμεύεται, επομένως, εκ των προτέρων για συγκεκριμένη πορεία των επιτοκίων. Παράλληλα, τα χαρτοφυλάκια των προγραμμάτων APP και PEPP συνεχίζουν να μειώνονται με μετρημένο και προβλέψιμο ρυθμό, καθώς το Ευρωσύστημα δεν επανεπενδύει πλέον τα ποσά από τίτλους που λήγουν. Διαθέσιμο παραμένει και το εργαλείο TPI για την αντιμετώπιση αδικαιολόγητων κινήσεων στις αγορές που θα μπορούσαν να απειλήσουν τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής στις χώρες της Ευρωζώνης.

Σχετικά άρθρα