Ένας στους τρεις εθελοντές της Bundeswehr κρίνεται ακατάλληλος σωματικά για στρατιωτική θητεία, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε το γερμανικό υπουργείο Άμυνας. Η αποκάλυψη, την οποία μετέδωσε το περιοδικό Der Spiegel, αφορά τις ιατρικές εξετάσεις του β’ τριμήνου του 2026. Το ποσοστό απόρριψης ξεπέρασε το 24% των υποψηφίων, την ίδια στιγμή που το Βερολίνο επιχειρεί να ενισχύσει σημαντικά τις γερμανικές ένοπλες δυνάμεις. Τα στοιχεία προέκυψαν από επίσημη απάντηση του υπουργείου σε κοινοβουλευτική ερώτηση της Αριστεράς.
Διαβάστε επίσης: Τραγωδία στη Νότια Αφρική: 21 νεκροί σε καραμπόλα στον N1
Το 24% των εθελοντών κρίθηκε ακατάλληλο για τη Bundeswehr
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, κατά το β’ τρίμηνο του 2026 η Bundeswehr εξέτασε 1.490 υποψηφίους, εκ των οποίων μόλις 1.131 κρίθηκαν κατάλληλοι να υπηρετήσουν στις ένοπλες δυνάμεις. Το ποσοστό απόρριψης ξεπέρασε έτσι το 24%, ενώ κατά τους πρώτους μήνες εφαρμογής της νέας νομοθεσίας το αντίστοιχο ποσοστό είχε φτάσει ακόμη και το 25%. Από τον Απρίλιο έως το τέλος Ιουνίου του 2026, οι γερμανικές αρχές απέστειλαν το προβλεπόμενο ερωτηματολόγιο σε 169.141 νέους, προκειμένου να διερευνήσουν το ενδεχόμενο ενδιαφέρον τους για στράτευση στη Bundeswehr. Από το σύνολο αυτό, 86.962 άνδρες κλήθηκαν να απαντήσουν υποχρεωτικά στο ερωτηματολόγιο, ενώ 82.179 γυναίκες το συμπλήρωσαν σε καθαρά εθελοντική βάση. Η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον αριθμό όσων κλήθηκαν και σε όσους τελικά προσήλθαν για ιατρικές εξετάσεις δείχνει πόσο δύσκολο παραμένει το εγχείρημα της στρατολόγησης.

Τι ελέγχουν οι ιατρικές εξετάσεις
Στο πλαίσιο της διαδικασίας επιλογής, οι γιατροί της Bundeswehr ελέγχουν συστηματικά την ακοή, την όραση και τα ζωτικά σημεία κάθε υποψηφίου. Εξετάζονται επίσης τυχόν προϋπάρχοντα προβλήματα υγείας, όπως παθήσεις στην πλάτη ή στη μέση, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ζητείται και η γνώμη ψυχολόγου πριν την τελική έγκριση. Η όλη διαδικασία έχει απλοποιηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, με στόχο να αυξηθεί γρηγορότερα ο αριθμός των στρατεύσιμων που εντάσσονται στις τάξεις των ενόπλων δυνάμεων. Πριν από την αναστολή της υποχρεωτικής θητείας το 2011, τα ποσοστά απόρριψης ήταν πολύ υψηλότερα, φτάνοντας ακόμη και το 50% των υποψηφίων, καθώς οι εξετάσεις ήταν τότε αυστηρότερες και η Bundeswehr δεν διέθετε την υποδομή να εκπαιδεύσει όλους όσους προσέρχονταν. Η σύγκριση αυτή δείχνει πως, παρά την απλοποίηση των κριτηρίων, το ποσοστό των σωματικά ακατάλληλων υποψηφίων παραμένει σημαντικό.
Στόχος τα 265.000 στελέχη ως το 2028
Το γερμανικό υπουργείο Άμυνας σχεδιάζει τα επόμενα χρόνια να αυξήσει τη δύναμη των ενόπλων δυνάμεων από τους περίπου 184.000 άνδρες και γυναίκες που υπηρετούν σήμερα σε 265.000, με μια επιπλέον εφεδρεία 200.000 στρατιωτών. Πρόκειται για έναν φιλόδοξο στόχο, ο οποίος συνδέεται άμεσα με τη νέα νομοθεσία περί στράτευσης που τέθηκε σε ισχύ φέτος. Για το τρέχον έτος, ο στόχος ήταν σχετικά χαμηλός, μόλις μερικές χιλιάδες επιπλέον στρατιώτες, και σύμφωνα με τα στοιχεία έχει ήδη επιτευχθεί. Το υπουργείο Άμυνας θα είναι σε θέση να αξιολογήσει πλήρως τα αποτελέσματα της νέας νομοθεσίας το 2028, όταν και θα φανεί αν η αλλαγή στο σύστημα στρατολόγησης απέφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Μέχρι τότε, τα υψηλά ποσοστά απόρριψης λόγω σωματικής ακαταλληλότητας παραμένουν ένα από τα βασικά εμπόδια στην προσπάθεια ενίσχυσης της Bundeswehr, καθώς περιορίζουν τον πραγματικό αριθμό των νέων που μπορούν τελικά να καταταγούν.
Η κοινοβουλευτική ερώτηση της Αριστεράς, που έφερε στο φως τα συγκεκριμένα στοιχεία, αποκαλύπτει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η Γερμανία στην προσπάθειά της να ενισχύσει την αμυντική της ετοιμότητα μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η κατάσταση αυτή γίνεται ακόμη πιο σημαντική αν αναλογιστεί κανείς πως το Βερολίνο επενδύει τεράστια κονδύλια στον εκσυγχρονισμό της Bundeswehr, ενώ παράλληλα καλείται να αντιμετωπίσει ζητήματα σωματικής ετοιμότητας του πληθυσμού από τον οποίο αντλεί το ανθρώπινο δυναμικό της.




