Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε την Παρασκευή εκτεταμένο πακέτο κυρώσεων κατά της Ρωσίας, το οποίο είχε ήδη εγκριθεί από το Κογκρέσο και στοχεύει κυρίως στον ενεργειακό τομέα της Μόσχας. Η νέα νομοθεσία δίνει στον Αμερικανό πρόεδρο εξουσίες να επιβάλλει δασμούς έως και 100% σε χώρες που αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο, με την Κίνα και την Ινδία να βρίσκονται στο επίκεντρο. Παράλληλα, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έδωσε διευκρινίσεις για τη συμφωνία που υπέγραψαν οι ΗΠΑ με τη Δανία και τη Γροιλανδία, με στόχο να αποκλειστεί κάθε στρατιωτική ή οικονομική παρουσία της Ρωσίας και της Κίνας στο νησί.
Το νέο πακέτο κυρώσεων κατά της Ρωσίας
Το νομοσχέδιο φέρει επίσημα την ονομασία «Lindsey O. Graham Sanctioning Russia and Iran Act of 2026», προς τιμήν του Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκράχαμ, ο οποίος πρωτοστάτησε στην προώθησή του πριν πεθάνει στις 11 Ιουλίου. Στο στόχαστρο των νέων μέτρων βρίσκονται ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν, Ρώσοι ολιγάρχες, τράπεζες και επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην ενέργεια και την άμυνα, καθώς και ο λεγόμενος «σκιώδης στόλος» δεξαμενόπλοιων που χρησιμοποιεί η Μόσχα για τη μεταφορά πετρελαίου. Οι δασμοί στις άμεσες εισαγωγές προϊόντων από τη Ρωσία μπορούν μάλιστα να φτάσουν έως και το 500%, ενώ προβλέπονται εξαιρέσεις για χώρες που καλύπτουν λιγότερο από 15% των αναγκών τους σε φυσικό αέριο από τη Ρωσία και παράλληλα μειώνουν την ενεργειακή τους εξάρτηση από τη Μόσχα.
Η νομοθεσία δεν περιορίζεται στη Ρωσία. Κατόπιν επιθυμίας της κυβέρνησης Τραμπ, στο τελικό κείμενο εντάχθηκαν διατάξεις που επεκτείνουν για πέντε ακόμη χρόνια τις κυρώσεις στους τομείς της ενέργειας και των όπλων του Ιράν. Ταυτόχρονα, ο Αμερικανός πρόεδρος διατηρεί τη δυνατότητα, μέσω εξαιρέσεων, να καθυστερεί ή ακόμη και να μην ενεργοποιεί συγκεκριμένα μέτρα κατά της Τεχεράνης. Σύμφωνα με στοιχεία του Centre for Research on Energy and Clean Air (CREA), η Κίνα αντιπροσώπευε το 50% των ρωσικών εξαγωγών αργού πετρελαίου από τον Δεκέμβριο του 2022 έως τον Αύγουστο του 2026, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό της Ινδίας έφτανε στο 37%, στοιχείο που εξηγεί γιατί οι δύο χώρες βρίσκονται στο επίκεντρο των νέων δασμολογικών απειλών.

Η Γροιλανδία ως δεύτερο μέτωπο απέναντι στη Μόσχα
Παράλληλα με τις κυρώσεις, η κυβέρνηση Τραμπ κινήθηκε και στο μέτωπο της Αρκτικής. Αξιωματούχος του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών, ο οποίος μίλησε υπό τον όρο της ανωνυμίας, εξήγησε ότι η συμφωνία ΗΠΑ-Δανίας-Γροιλανδίας διασφαλίζει πως η Κίνα και η Ρωσία δεν θα μπορούν να αποκτήσουν στρατιωτική βάση στο νησί, να αναπτύξουν στρατεύματα ή να προχωρήσουν σε επενδύσεις σε ευαίσθητους τομείς. «Αυτή η συμφωνία διασφαλίζει πως η Κίνα και η Ρωσία δεν μπορούν να διαθέτουν βάση στη Γροιλανδία, ότι δεν μπορούν να στείλουν στρατεύματα εκεί και ότι υφίστανται οι απαραίτητοι μηχανισμοί για την αποτροπή οποιασδήποτε επένδυσης σε ευαίσθητους τομείς», δήλωσε ο Αμερικανός αξιωματούχος. Η συμφωνία επιτρέπει επιπλέον στις ΗΠΑ να αυξήσουν τον αριθμό των στρατιωτικών τους βάσεων στη Γροιλανδία «ανάλογα με τις ανάγκες».
Η εξέλιξη έρχεται λίγο μετά την ανακοίνωση του ίδιου του Ντόναλντ Τραμπ ότι οι ΗΠΑ θα ξεκινήσουν άμεσα τη διαδικασία ανάπτυξης μεγάλης στρατιωτικής παρουσίας στη Γροιλανδία. Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε ότι η συμφωνία διασφαλίζει πως η Ουάσινγκτον θα διατηρεί «για πάντα» τη δυνατότητα να ενεργεί για λόγους ασφαλείας στο νησί. Οι δύο κινήσεις, τόσο οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας όσο και η συμφωνία για τη Γροιλανδία, συνθέτουν μια ευρύτερη στρατηγική περιορισμού της ρωσικής και της κινεζικής επιρροής, τόσο σε οικονομικό όσο και σε γεωπολιτικό επίπεδο.
Τι ακολουθεί
Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στο πώς θα αξιοποιήσει ο Ντόναλντ Τραμπ τις νέες εξουσίες που του δίνει το νομοσχέδιο, και κυρίως στο αν θα ενεργοποιήσει τους υψηλούς δασμούς απέναντι στην Κίνα και την Ινδία ή αν θα τους χρησιμοποιήσει ως μέσο πίεσης στις διαπραγματεύσεις με το Πεκίνο και το Νέο Δελχί. Παράλληλα, μένει να φανεί με ποιον ρυθμό θα προχωρήσει η ενίσχυση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στη Γροιλανδία, όπως προβλέπει η νέα συμφωνία.




