Η Υποδιεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Βορείου Ελλάδος εξάρθρωσε εγκληματική οργάνωση που δραστηριοποιούνταν σε απάτες σε βάρος του Δημοσίου, λαθρεμπόριο και αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος, σε μια οργανωμένη επιχείρηση που διεξήχθη στη Θεσσαλονίκη. Συνελήφθησαν πέντε μέλη της οργάνωσης, μεταξύ των οποίων δύο θεωρούνται ηγετικά στελέχη, ενώ στη δικογραφία περιλαμβάνονται συνολικά 23 άτομα. Η υπόθεση προέκυψε ύστερα από πολύμηνη και εμπεριστατωμένη έρευνα, η οποία αποκάλυψε ένα οργανωμένο κύκλωμα φοροδιαφυγής με συγκεκριμένη δομή και συνεχή δράση από τον Σεπτέμβριο του 2022. Η επιχείρηση της αστυνομίας πραγματοποιήθηκε χθες, στις 21 Σεπτεμβρίου, σε περιοχές της Θεσσαλονίκης, όπου εντοπίστηκαν και τα βασικά στελέχη της εγκληματικής οργάνωσης.
Διαβάστε επίσης: Η ΕΛ.ΑΣ. εξάρθρωσε κύκλωμα εικονικών εταιρειών στη Θεσσαλονίκη
Πώς λειτουργούσε το κύκλωμα φοροδιαφυγής
Σύμφωνα με τα στοιχεία που συνέλεξε η αστυνομία, τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης ίδρυαν «εικονικές» εταιρείες χρησιμοποιώντας στοιχεία αχυρανθρώπων, στα ΑΦΜ των οποίων μετέφεραν τις φορολογικές υποχρεώσεις. Στη συνέχεια πραγματοποιούσαν ενδοκοινοτικές αγορές προϊόντων από εταιρείες με έδρα άλλα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς να επιβαρύνονται με Φόρο Προστιθέμενης Αξίας. Τα προϊόντα αυτά διοχετεύονταν έπειτα στην εγχώρια αγορά μέσω των εικονικών εταιρειών, με την έκδοση φορολογικών παραστατικών, εικονικών ή μη, ώστε η φορολογική υποχρέωση να μετακυλίεται στα στοιχεία των αχυρανθρώπων. Με αυτόν τον τρόπο, οι προβλεπόμενες φορολογικές επιβαρύνσεις δεν αποδίδονταν στο Ελληνικό Δημόσιο, αλλά μετατρέπονταν σε παράνομο οικονομικό όφελος για την οργάνωση.
Για να αποφύγουν τον εντοπισμό από τις αρμόδιες Αρχές, τα μέλη της οργάνωσης προχωρούσαν σε διαδοχική σύσταση νέων εταιρειών ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Με αυτή την τακτική απέφευγαν τη συσσώρευση υπέρμετρων φορολογικών επιβαρύνσεων στο ίδιο ΑΦΜ, κάτι που θα προσέλκυε την προσοχή των ελεγκτικών μηχανισμών. Παράλληλα, χρησιμοποιούσαν τις έδρες κάποιων από αυτές τις εταιρείες ως χώρους αποθήκευσης και διανομής λαθραίων αλκοολούχων ποτών, προϊόντων δηλαδή λαθρεμπορικής δραστηριότητας που ενίσχυαν περαιτέρω τα παράνομα έσοδα του κυκλώματος.

Ο ρόλος των μελών και η αμοιβή των αχυρανθρώπων
Η έρευνα της αστυνομίας αποκάλυψε τη συγκεκριμένη δομή και την ιεράρχηση μέσα στην οργάνωση. Ένας 40χρονος και ένας 41χρονος αποτελούσαν τα διευθυντικά στελέχη, με αρμοδιότητα τη σύσταση των εικονικών εταιρειών. Ένας 52χρονος λειτουργούσε ως συνδετικός κρίκος μεταξύ των διευθυντικών μελών και των αχυρανθρώπων, αναλαμβάνοντας την επικοινωνία και τον συντονισμό όσων συνέδραμαν τη δράση του κυκλώματος. Έναν ακόμη ρόλο είχαν ένας 40χρονος και ένας 56χρονος, οι οποίοι εμφανίζονταν επίσημα ως διαχειριστές των εταιρειών.
Οι αχυράνθρωποι που επιλέγονταν από την οργάνωση είτε λάμβαναν χρηματική αμοιβή που κυμαινόταν από 500 έως 1.500 ευρώ μηνιαίως, είτε βρίσκονταν ήδη σε κατάσταση κοινωνικής περιθωριοποίησης, γεγονός που τους καθιστούσε πιο ευάλωτους στην πρόταση της οργάνωσης. Πέρα από τα πέντε συλληφθέντα μέλη, στη δικογραφία περιλαμβάνονται ακόμη δεκαοκτώ άτομα που έχουν ήδη ταυτοποιηθεί από τις Αρχές. Τα άτομα αυτά είτε προμήθευαν την εγκληματική οργάνωση με αντικείμενα κλεπταποδοχής, είτε προμηθεύονταν από την ίδια προϊόντα λαθρεμπορίου, συμπληρώνοντας έτσι τον κύκλο της παράνομης δραστηριότητας.
Εις βάρος των συλληφθέντων σχηματίστηκε δικογραφία για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, απάτη σε βάρος του Δημοσίου, αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος, καθώς και για παραβάσεις του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα. Η υπόθεση αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο οργανωμένα κυκλώματα εκμεταλλεύονται τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές και τη νομοθεσία περί ΦΠΑ για να αποκομίσουν παράνομο κέρδος σε βάρος του Δημοσίου, ενώ η δράση της Υποδιεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Βορείου Ελλάδος επιβεβαιώνει τη συνέχιση των ελέγχων σε τέτοιου είδους φορολογικά εγκλήματα στη Θεσσαλονίκη.




