Μια εκτεταμένη αποκάλυψη των Financial Times φέρνει στο φως το πώς η ρωσική fintech A7 κατάφερε να παρακάμψει τις διεθνείς κυρώσεις και να διοχετεύσει πάνω από 6,9 δισεκατομμύρια δολάρια μέσα από το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα. Η εταιρεία, που ιδρύθηκε ως εναλλακτική λύση στο δυτικό σύστημα πληρωμών μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, φέρεται να λειτούργησε με τις ευλογίες του Κρεμλίνου. Η έρευνα βασίζεται σε εκατοντάδες χιλιάδες έγγραφα που η βρετανική εφημερίδα εξασφάλισε από το εσωτερικό της εταιρείας.
Πώς λειτούργησε το δίκτυο της ρωσικής fintech A7
Σύμφωνα με την έρευνα των Financial Times, η A7 έστησε ένα τεράστιο δίκτυο εταιρειών-βιτρινών σε συνδυασμό με μια βιομηχανικής κλίμακας διαδικασία πλαστογράφησης εγγράφων. Μέσω αυτού του μηχανισμού, η εταιρεία κατάφερε να περάσει περισσότερα από 6,9 δισεκατομμύρια δολάρια μέσα από το διεθνές τραπεζικό σύστημα, παρά τις κυρώσεις που έχουν επιβληθεί στη Ρωσία. Ανάμεσα στις τράπεζες που φέρεται να διαχειρίστηκαν συναλλαγές συνδεδεμένες με την εταιρεία περιλαμβάνονται μεγάλα ονόματα του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, όπως η Standard Chartered, η Citigroup, η JPMorgan Chase, η Deutsche Bank, η DBS της Σιγκαπούρης και η First Abu Dhabi Bank, η μεγαλύτερη τράπεζα των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι ορισμένες από τις συναλλαγές που εντοπίστηκαν στα αρχεία σχετίζονται, σύμφωνα με τους Financial Times, με ιδιαίτερα ευαίσθητα προϊόντα συνδεδεμένα με τον πόλεμο, συμπεριλαμβανομένου στρατιωτικού εξοπλισμού, καθώς και με αγορές από ρωσικές υπηρεσίες ασφαλείας. Ωστόσο, τα στοιχεία δείχνουν ότι η A7 δεν βασίστηκε αποκλειστικά σε προηγμένες τεχνολογικές λύσεις. Αντίθετα, ακολούθησε ένα παραδοσιακό μοντέλο ξεπλύματος χρήματος, με εταιρείες-βιτρίνες, ψεύτικα παραστατικά και συστηματικά παραπλανητικά στοιχεία σχετικά με την πραγματική φύση των συναλλαγών.
Ο ιδρυτής και οι δεσμοί με το Κρεμλίνο
Η ρωσική fintech A7 ιδρύθηκε αρχικά στη Ρωσία και στο Κιργιστάν από τον Μολδαβό ολιγάρχη Ιλάν Σορ, με την υποστήριξη της Promsvyazbank (PSB), μιας κρατικής ρωσικής τράπεζας με στενούς δεσμούς με την αμυντική βιομηχανία της χώρας. Ο ίδιος ο Σορ είχε στείλει ξεκάθαρο μήνυμα τον Ιούλιο στο ρωσικό κρατικό πρακτορείο Tass, δηλώνοντας ότι «δίνουμε στις εταιρείες και στις χώρες ελευθερία, επειδή το σύστημά μας είναι ανθεκτικό στις κυρώσεις». Η δήλωση αυτή αποτυπώνει με σαφήνεια τον στόχο της εταιρείας: να λειτουργήσει ως ασπίδα απέναντι στο δυτικό καθεστώς κυρώσεων.
Το Κρεμλίνο από την πλευρά του έχει παρουσιάσει την A7 ως τον βασικό πάροχο διασυνοριακών πληρωμών της Ρωσίας για τις εισαγωγές της χώρας. Η επίσημη αυτή στήριξη, σε συνδυασμό με τους δεσμούς της εταιρείας με κρατικές τραπεζικές δομές όπως η Promsvyazbank, δείχνει πως το εγχείρημα δεν λειτούργησε ως μεμονωμένη επιχειρηματική πρωτοβουλία, αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου κρατικού σχεδιασμού για την παράκαμψη των διεθνών κυρώσεων. Η έρευνα των Financial Times αναδεικνύει έτσι πόσο δύσκολο παραμένει για τις δυτικές αρχές να ελέγξουν πλήρως τις χρηματοροές που σχετίζονται με τη Ρωσία, ακόμη και όταν εμπλέκονται μεγάλοι διεθνείς τραπεζικοί οργανισμοί με έδρα στην Ευρώπη, την Ασία και τη Μέση Ανατολή.




