Η περιουσία της Ντόλι Πάρτον βρέθηκε στο επίκεντρο σκληρής δικαστικής διαμάχης, λίγες μόλις εβδομάδες μετά τον θάνατο της διάσημης Αμερικανίδας τραγουδίστριας. Δικαστήριο της πολιτείας Τενεσί επέβαλε περιοριστικούς όρους στον ανιψιό της, Μπράιαν Σίβερ, ο οποίος για χρόνια είχε την ευθύνη της προσωπικής της ασφάλειας. Η πλευρά που διαχειρίζεται σήμερα την κληρονομιά της καλλιτέχνιδας τον κατηγορεί ότι εξαπέλυσε σοβαρές απειλές εναντίον στελεχών του στενού επαγγελματικού της περιβάλλοντος. Ο ίδιος αρνείται τις κατηγορίες και υποστηρίζει ότι τα λόγια του βγήκαν εκτός πλαισίου.
Από άνθρωπος εμπιστοσύνης σε κατηγορούμενο
Ο Μπράιαν Σίβερ δεν ήταν ένας απλός συνεργάτης της Ντόλι Πάρτον. Ως γιος της αδελφής της, Κάσι, ανήκε στον στενό οικογενειακό της κύκλο, ενώ παράλληλα είχε αναλάβει επί σειρά ετών την προσωπική της ασφάλεια. Ήταν μάλιστα εκείνος που ανακοίνωσε δημόσια τον θάνατό της στις 25 Αυγούστου, εξηγώντας σε βίντεο ότι η ίδια η τραγουδίστρια του είχε ζητήσει χρόνια νωρίτερα να αναλάβει αυτόν τον ρόλο όταν θα ερχόταν η στιγμή. Η σχέση εμπιστοσύνης που είχε χτίσει με την οικογένεια φαινόταν, τουλάχιστον τότε, αδιατάρακτη.

Η εικόνα αυτή άλλαξε δραματικά μέσα σε λίγες εβδομάδες. Στις 15 Σεπτεμβρίου, η διαχείριση της περιουσίας τερμάτισε τη συνεργασία με την εταιρεία ασφαλείας του Σίβερ. Στην επίσημη επιστολή που του απεστάλη αναφερόταν ότι η απόφαση λήφθηκε για την προστασία του καταπιστεύματος και των δικαιούχων του, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει πως έχανε το προσωπικό του συμφέρον σε αυτό. Λίγο αργότερα, η υπόθεση πέρασε επισήμως στα χέρια της Δικαιοσύνης, με δικαστήριο του Τενεσί να επιβάλλει περιορισμούς στις επαφές του με ανθρώπους του επαγγελματικού περιβάλλοντος της τραγουδίστριας.
Οι βαριές καταγγελίες και οι απειλές
Σύμφωνα με στοιχεία της αγωγής που δημοσίευσε το Billboard και αναπαρήγαγε ο Guardian, η πλευρά της περιουσίας κάνει λόγο για επανειλημμένες και σοβαρές απειλές του Σίβερ προς τον επί χρόνια μάνατζερ της Πάρτον, Ντάνι Νόζελ, αλλά και προς άλλους συνεργάτες. Στην προσφυγή τονίζεται ότι δεν πρόκειται για μια συνηθισμένη επαγγελματική σύγκρουση, καθώς ο Σίβερ διαθέτει παρελθόν σε στρατιωτικές επιχειρήσεις και τον χώρο της ασφάλειας, στοιχείο που κατά την πλευρά της κληρονομιάς προσδίδει ιδιαίτερο βάρος στις δηλώσεις του για όπλα και χρήση βίας. Η ένταση, όπως αναφέρεται στην αγωγή, έχει προκαλέσει φόβο ανάμεσα στους εργαζομένους, με ορισμένους να αποφεύγουν πλέον να προσέρχονται στην εργασία τους και άλλους να έχουν ήδη παραιτηθεί.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται σε μηνύματα που φέρεται να έστειλε ο Σίβερ μετά τον θάνατο της θείας του. Σε ένα από αυτά, όπως αναφέρει το δημοσίευμα, έγραψε σε δικηγόρο της Πάρτον τη φράση «είμαι δολοφόνος», ενώ σε συνομιλία του με τον Νόζελ παρουσίασε τον εαυτό του ως «διεθνή» πράκτορα ασφαλείας. Ο ίδιος ο Σίβερ απορρίπτει την εκδοχή περί απειλών και υποστηρίζει ότι οι φράσεις του αποσπάστηκαν από τα συμφραζόμενά τους, χωρίς να αντικατοπτρίζουν τις πραγματικές του προθέσεις.




