Η αυξανόμενη πολυπλοκότητα των κανονισμών στη ναυτιλία αναδεικνύεται σε μία από τις μεγαλύτερες πηγές αβεβαιότητας για τη διεθνή ναυτιλιακή βιομηχανία. Το θέμα τέθηκε στο επίκεντρο του 49ου Ετήσιου Συνεδρίου για το Ναυτικό Δίκαιο και τη Ναυτιλιακή Πολιτική, που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα. Ομιλητής ήταν ο Γιώργος Ξηραδάκης, ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της XRTC Business Consultants Ltd και πρόεδρος της Ένωσης Τραπεζικών και Οικονομικών Στελεχών της Ελληνικής Ναυτιλίας. Σύμφωνα με την τοποθέτησή του, οι νέοι κανονισμοί στη ναυτιλία επηρεάζουν πλέον όχι μόνο τη λειτουργία των πλοίων αλλά και τις επενδυτικές αποφάσεις, τη χρηματοδότηση και το κόστος κεφαλαίου.
Πολύπλοκο πλέγμα κανόνων για πλοιοκτήτες και τράπεζες
Ο κ. Ξηραδάκης εξήγησε ότι η έννοια της ναυτικής ασφάλειας έχει διευρυνθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Δεν περιορίζεται πια σε παραδοσιακές απειλές, όπως η πειρατεία, η ένοπλη ληστεία ή οι φυσικές επιθέσεις εναντίον πλοίων. Πλέον περιλαμβάνει ένα ευρύτερο φάσμα κινδύνων, που συνδέονται με τη γεωπολιτική αστάθεια, τις κυρώσεις, την κυβερνοασφάλεια, τις περιβαλλοντικές απαιτήσεις, τις χρηματοοικονομικές συναλλαγές αλλά και τις συμβατικές υποχρεώσεις απέναντι σε ναυλωτές, ασφαλιστές και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Όπως τόνισε, οι ναυτιλιακές εταιρείες καλούνται να συμμορφώνονται ταυτόχρονα με τις συμβάσεις του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (ΙΜΟ), με περιφερειακούς κανονισμούς, με εθνικές νομοθεσίες αλλά και με διαφορετικά καθεστώτα κυρώσεων.
«Η συμμόρφωση δεν αποτελεί πλέον μια ξεχωριστή διοικητική λειτουργία. Έχει μετατραπεί σε αναπόσπαστο κομμάτι της λειτουργικής και χρηματοοικονομικής αρχιτεκτονικής της ναυτιλίας», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Ξηραδάκης. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στις περιόδους γεωπολιτικής κρίσης, κατά τις οποίες οι αποφάσεις μπορεί να χρειαστεί να αλλάξουν μέσα σε λίγες ώρες. Νέες κυρώσεις, επιθέσεις σε εμπορικά πλοία, αλλαγές στις ζώνες πολεμικού κινδύνου ή περιορισμοί που αφορούν φορτία και αντισυμβαλλομένους μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την επιλογή δρομολογίων, την πρόσβαση σε λιμάνια, την ασφαλιστική κάλυψη και τις χρηματοοικονομικές συναλλαγές των εταιρειών.
Επενδύσεις με ορίζοντα 25 ετών
Στο συνέδριο δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στην επενδυτική αβεβαιότητα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι πλοιοκτήτες. Η ναυτιλία καλείται να επενδύσει σε νέες τεχνολογίες και εναλλακτικά καύσιμα, καθώς και να μειώσει δραστικά τις εκπομπές ρύπων, τη στιγμή που παραμένει ασαφές ποιες λύσεις θα επικρατήσουν μακροπρόθεσμα ή αν θα είναι διαθέσιμες στην απαιτούμενη κλίμακα. Όπως επισήμανε ο Ξηραδάκης, οι πλοιοκτήτες λαμβάνουν σήμερα αποφάσεις για πλοία που θα λειτουργήσουν τα επόμενα 20 έως 25 χρόνια, χωρίς να γνωρίζουν με βεβαιότητα ποια καύσιμα, ποιες τεχνολογίες και ποια ρυθμιστικά πρότυπα θα επικρατήσουν τις επόμενες δεκαετίες. Αυτή η αβεβαιότητα μεταφέρεται άμεσα και στις τράπεζες που χρηματοδοτούν τον κλάδο.
Το δίλημμα της πράσινης μετάβασης
Ο ομιλητής ανέδειξε μια βασική αντίφαση που αντιμετωπίζει σήμερα η βιομηχανία. Η ναυτιλία χρειάζεται πρωτοφανή επίπεδα επενδύσεων για την πράσινη και τεχνολογική της μετάβαση, ενώ παράλληλα η κανονιστική και τεχνολογική αβεβαιότητα ενδέχεται να καθιστά πιο δύσκολη και πιο ακριβή την πρόσβαση στα απαραίτητα κεφάλαια. Για τον λόγο αυτό, ο Ξηραδάκης υποστήριξε ότι οι τράπεζες και οι πλοιοκτήτες πρέπει να λειτουργήσουν ως συνεργάτες στη διαδικασία συμμόρφωσης με τους κανονισμούς στη ναυτιλία. Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα χρειάζονται αξιόπιστα στοιχεία και σαφή εικόνα για τους κινδύνους που αναλαμβάνουν, ώστε να μπορούν να στηρίξουν τη χρηματοδότηση του κλάδου με όρους που να ανταποκρίνονται στην πραγματική εικόνα κινδύνου κάθε εταιρείας.
Η τοποθέτηση του Ξηραδάκη στο 49ο Συνέδριο για το Ναυτικό Δίκαιο και τη Ναυτιλιακή Πολιτική αποτυπώνει τον βαθμό στον οποίο η συμμόρφωση με τους κανονισμούς στη ναυτιλία έχει μετατραπεί σε κεντρικό στοιχείο του σχεδιασμού κάθε ναυτιλιακής εταιρείας, τόσο σε επιχειρησιακό όσο και σε χρηματοοικονομικό επίπεδο. Η συνεργασία μεταξύ πλοιοκτητών και τραπεζών, όπως τονίστηκε, κρίνεται πλέον απαραίτητη προκειμένου η ναυτιλιακή βιομηχανία να διαχειριστεί αποτελεσματικά τόσο τους γεωπολιτικούς κινδύνους όσο και τις απαιτήσεις της πράσινης μετάβασης.




