Την οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας ιδιωτικής κλινικής στη Θεσσαλονίκη εισηγείται η Εθνική Αρχή Διαφάνειας (ΕΑΔ), μετά από έλεγχο που αποκάλυψε αλυσίδα σοβαρών παραβάσεων στη λειτουργία της. Η υπόθεση ξεκίνησε ύστερα από καταγγελία που οδήγησε τους επιθεωρητές της Αρχής να εξετάσουν λεπτομερώς το ιστορικό και τις πρακτικές του ιδρύματος. Το πόρισμα που συνέταξαν περιγράφει μια κλινική η οποία λειτουργούσε πέρα από τα όρια της άδειάς της, θέτοντας σε κίνδυνο την ασφάλεια των ασθενών της. Το πιο σοβαρό εύρημα αφορά τη λειτουργία ενός πλήρως ενεργού ογκολογικού τμήματος, το οποίο ουδέποτε είχε συμπεριληφθεί στην επίσημη άδεια λειτουργίας του νοσηλευτηρίου.
Σύμφωνα με την έκθεση, η κλινική διέθετε τον κατάλληλο εξοπλισμό για τη διαχείριση κυτταροστατικών και χημειοθεραπευτικών φαρμάκων, συμπεριλαμβανομένου και θαλάμου βιολογικής ασφάλειας, στοιχείο που καταδεικνύει οργανωμένη και συστηματική λειτουργία του τμήματος. Το ογκολογικό τμήμα δεν αποτελούσε απλώς μια ανεπίσημη πρακτική στο εσωτερικό της κλινικής, αφού προβαλλόταν κανονικά και στην ιστοσελίδα της, μέσω σχετικού βίντεο που παρουσίαζε τις υπηρεσίες του. Αυτό το στοιχείο, όπως σημειώνουν οι ελεγκτές, ενισχύει την εικόνα μιας δραστηριότητας που λειτουργούσε ανοιχτά, χωρίς ωστόσο να καλύπτεται από την απαραίτητη νομιμότητα.
Ο ρόλος του πνευμονολόγου
Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται ένας ιδιώτης πνευμονολόγος με εξειδίκευση στην ογκολογία πνεύμονα, στον οποίο η κλινική είχε παραχωρήσει γραφείο χωρίς ποτέ να υπογραφεί επίσημη σύμβαση συνεργασίας. Όπως προκύπτει από την έρευνα, ο συγκεκριμένος γιατρός συνταγογραφούσε χημειοθεραπευτικά φάρμακα για τους ασθενείς του από το 2022, τα οποία στη συνέχεια χορηγούνταν στο μη αδειοδοτημένο τμήμα, με την προετοιμασία τους να αναλαμβάνεται από προσωπικό της ίδιας της κλινικής. Η Εθνική Αρχή Διαφάνειας τον χαρακτηρίζει ρητά «συνυπεύθυνο» για την παράνομη λειτουργία του τμήματος, τονίζοντας πως οι υπηρεσίες παρέχονταν σε χώρο που δεν προβλεπόταν καθόλου από την ισχύουσα άδεια.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και το εύρημα που αφορά τις νοσηλείες ασθενών του συγκεκριμένου γιατρού. Σύμφωνα με την έκθεση, δείγμα ασθενών εισαγόταν στην κλινική κατόπιν εντολής άλλου γιατρού, με διαγνώσεις που δεν σχετίζονταν με κακοήθεια, ενώ κατά τη διάρκεια της νοσηλείας τους λάμβαναν τελικά συγκεκριμένα χημειοθεραπευτικά φάρμακα. Η ΕΑΔ εκτιμά πως πρόκειται για ενδείξεις υποβολής μη ορθών στοιχείων προς τον ΕΟΠΥΥ, με στόχο την αποζημίωση των νοσηλειών, κάτι που ανοίγει το ενδεχόμενο περαιτέρω οικονομικών και ποινικών ευθυνών.
Απουσία ΜΕΘ και ελλείψεις προσωπικού
Πέρα από το ογκολογικό τμήμα, ο έλεγχος της Αρχής εντόπισε και μια σειρά δομικών προβλημάτων στη λειτουργία της κλινικής συνολικά. Οι επιστημονικά υπεύθυνοι των επιμέρους τμημάτων δεν απασχολούνταν με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ενώ με τους υπόλοιπους συνεργαζόμενους γιατρούς δεν είχαν υπογραφεί έγγραφες συμβάσεις. Παράλληλα, η κλινική δεν διέθετε επαρκές νοσηλευτικό προσωπικό, με ελλείψεις να καταγράφονται σε προαπαιτούμενες ειδικότητες που θα έπρεπε κανονικά να στελεχώνουν το νοσηλευτήριο.
Το πλέον κρίσιμο εύρημα, ωστόσο, αφορά την πλήρη απουσία λειτουργούσας Μονάδας Εντατικής Θεραπείας, παρότι η ύπαρξή της είναι υποχρεωτική βάσει νομοθεσίας, ανάλογα με τη δυναμικότητα κάθε κλινικής. Η έλλειψη ΜΕΘ σε συνδυασμό με τη λειτουργία ενός μη αδειοδοτημένου ογκολογικού τμήματος συνθέτουν ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο περιβάλλον για ασθενείς που χρειάζονταν άμεση και εξειδικευμένη φροντίδα. Με βάση το σύνολο αυτών των παραβάσεων, η Εθνική Αρχή Διαφάνειας εισηγείται πλέον την οριστική διακοπή λειτουργίας της κλινικής, σε μια υπόθεση που αναμένεται να απασχολήσει τόσο τις αρμόδιες υγειονομικές αρχές όσο και τη δικαιοσύνη.




