Η Ελλάδα περνά σε μια νέα φάση της οικονομικής της πορείας, διεκδικώντας αναβαθμισμένη θέση στον ευρωπαϊκό χρηματοοικονομικό χάρτη. Η αναβάθμιση του Χρηματιστηρίου Αθηνών στις ανεπτυγμένες αγορές, σε συνδυασμό με την εγκατάσταση διεθνών hedge funds στην πρωτεύουσα, θεωρούνται ενδείξεις αυτής της μετάβασης. Την εκτίμηση αυτή διατυπώνει ο Ντένις Σεν, καθηγητής Χρηματοοικονομικής στο International School of Management και πρώην στέλεχος της Scope Ratings, ο οποίος υπέγραφε τις αξιολογήσεις της χώρας. Κατά τον ίδιο, το επόμενο μεγάλο στοίχημα είναι η μετατροπή της δημοσιονομικής αξιοπιστίας σε πραγματική ανάπτυξη.
Η αναβάθμιση του Χρηματιστηρίου Αθηνών σε αριθμούς
Η μετάβαση του ελληνικού Χρηματιστηρίου από την κατηγορία των προηγμένων αναδυόμενων αγορών στις ανεπτυγμένες αγορές τέθηκε σε ισχύ από τις 21 Σεπτεμβρίου 2026. Πρόκειται, σύμφωνα με τον κ. Σεν, για αναγνώριση ότι η ελληνική κεφαλαιαγορά πληροί πλέον τα πρότυπα μιας ανεπτυγμένης επενδυτικής αγοράς. Η αλλαγή κατηγορίας εντάσσει τις ελληνικές μετοχές στο σύμπαν των ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών αγορών που παρακολουθούν διεθνείς επενδυτές και πάροχοι δεικτών, γεγονός που μπορεί να διευρύνει τη δεξαμενή των θεσμικών επενδυτών και να ενισχύσει τη διεθνή προβολή των εισηγμένων εταιρειών.
Παράλληλα με την αναβάθμιση, ο κ. Σεν εκτιμά ότι η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας θα διατηρηθεί κοντά στο 2%, δηλαδή πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, με τις επενδύσεις να στηρίζονται και από τους ευρωπαϊκούς πόρους. Προβλέπει επίσης ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να καταγράφει δημοσιονομικά πλεονάσματα, ενώ το δημόσιο χρέος αναμένεται να υποχωρήσει προς το 130% του ΑΕΠ έως το 2027. Ενδεικτικό της βελτίωσης θεωρεί το γεγονός ότι η Ελλάδα δανείζεται σήμερα με χαμηλότερο κόστος από την Ιταλία, τη Γαλλία και τις ΗΠΑ, κάτι που πριν από λίγα χρόνια θα φάνταζε δύσκολα φανταστό.

Τι σημαίνει η αναβάθμιση για τους επενδυτές
Ο κ. Σεν σημειώνει ότι η δημοσιονομική πειθαρχία έχει πάψει να αποτελεί έκτακτη άσκηση και ενσωματώνεται πλέον στην οικονομική ταυτότητα της χώρας. Ωστόσο, επισημαίνει πως η αναβάθμιση ανεβάζει παράλληλα τον πήχη για την ελληνική αγορά, αυξάνοντας τις απαιτήσεις ως προς τη ρευστότητα, την εταιρική διακυβέρνηση, τη διαφάνεια και την πρόσβαση των επενδυτών. Σε δήλωσή του, ο καθηγητής συνοψίζει τη μεταβολή του κλίματος γύρω από την ελληνική οικονομία: «Πριν από μία δεκαετία, το ερώτημα ήταν αν η Ελλάδα θα μπορούσε ποτέ να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών. Σήμερα, το ερώτημα είναι πόσα διεθνή κεφάλαια μπορεί να προσελκύσει χάρη στα βελτιωμένα θεμελιώδη μεγέθη της».
Το μήνυμα προς τους διεθνείς επενδυτές, όπως τονίζει, είναι σαφές: η Ελλάδα δεν αποτελεί πλέον μια περιφερειακή ιστορία στις ευρωπαϊκές κεφαλαιαγορές. Η εγκατάσταση hedge funds στην Αθήνα, σε συνδυασμό με την αναβάθμιση του Χρηματιστηρίου Αθηνών, δείχνει ότι η χώρα εντάσσεται πλέον στον πυρήνα των αγορών που παρακολουθούν στενά οι μεγάλοι διεθνείς θεσμικοί παίκτες.
Το επόμενο στοίχημα: παραγωγικότητα και ανάπτυξη
Παρά τη θετική εικόνα, ο κ. Σεν είναι σαφής ότι το επόμενο κεφάλαιο για την ελληνική οικονομία δεν αφορά μόνο τη μείωση του χρέους. Το κρίσιμο ζητούμενο, όπως εξηγεί, είναι να μετατραπεί η δημοσιονομική αξιοπιστία σε υψηλότερη παραγωγικότητα, καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας και ισχυρότερη δυνητική ανάπτυξη. Παρά τις μεταρρυθμίσεις στην ψηφιοποίηση του κράτους και της φορολογικής διοίκησης, επισημαίνει ότι η παραγωγικότητα παραμένει κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι δικαστικές διαδικασίες παραμένουν χρονοβόρες και οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν ρυθμιστικά και στελεχιακά εμπόδια που πρέπει να ξεπεραστούν στα επόμενα χρόνια.




