Ο Τραμπ εξετάζει συμφωνία με το Ιράν μετά τον πόλεμο
Διεθνή

Ο Τραμπ εξετάζει συμφωνία με το Ιράν μετά τον πόλεμο

29 Σεπτεμβρίου 2026|3 λεπτά ανάγνωση

Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται πλέον διατεθειμένη να εξετάσει μια συμφωνία με το Ιράν που θα προβλέπει οικονομική ανακούφιση για την Τεχεράνη με αντάλλαγμα περιορισμούς και ελέγχους στο πυρηνικό της πρόγραμμα. Η εξέλιξη έρχεται μετά από εβδομάδες στρατιωτικής σύγκρουσης και αυξημένης έντασης στη Μέση Ανατολή, με το κόστος της αντιπαράθεσης να μετριέται πλέον σε δισεκατομμύρια δολάρια. Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε τη Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου ότι αξιωματούχοι της κυβέρνησής του είχαν επαφές με μεσολαβητές που προσπαθούν να τερματίσουν τον πόλεμο. Παράλληλα, μίλησε στον Τύπο για μια σειρά ζητημάτων, από τις τιμές των καυσίμων έως τις εμπορικές σχέσεις με τον Καναδά.

Διαβάστε επίσης: Ο Τραμπ εξετάζει ελάφρυνση κυρώσεων στο Ιράν για πυρηνικά

Η πιθανή συμφωνία με το Ιράν και η στρατηγική αλλαγή

Από την αρχή της κρίσης, ο στόχος της κυβέρνησης Τραμπ ήταν σαφής: ένα Ιράν χωρίς πυρηνικό όπλο. Η αμερικανική πλευρά υποστήριζε ότι το πρόγραμμα εμπλουτισμού ουρανίου της Τεχεράνης θα μπορούσε να αποτελέσει βάση για στρατιωτική πυρηνική δυνατότητα, γι’ αυτό και εφάρμοσε τη στρατηγική της «μέγιστης πίεσης». Αυτή περιλάμβανε αυστηρές οικονομικές κυρώσεις, στρατιωτική αποτροπή, διπλωματική απομόνωση και απαίτηση για ευρύτερες παραχωρήσεις από το ιρανικό καθεστώς. Τώρα, ωστόσο, η εικόνα φαίνεται να αλλάζει, καθώς το τραπέζι των διαπραγματεύσεων επιστρέφει στο προσκήνιο της αμερικανικής πολιτικής.

Η νέα προσέγγιση προβλέπει ότι το Ιράν θα μπορούσε να λάβει οικονομικά ανταλλάγματα, όπως χαλάρωση κυρώσεων ή πρόσβαση σε δεσμευμένα κεφάλαια, υπό την προϋπόθεση ότι θα αποδεχθεί συγκεκριμένους περιορισμούς και μηχανισμούς επαλήθευσης. Η στρατιωτική αντιπαράθεση είχε υψηλό κόστος τόσο για τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και για ολόκληρη την περιοχή, με τις αμερικανικές δυνάμεις να διαθέτουν σημαντικούς πόρους για αεροπορικές επιχειρήσεις, πυραυλικά πλήγματα, επιχειρήσεις επιτήρησης και ενίσχυση της παρουσίας τους στη Μέση Ανατολή. Ιδιαίτερο βάρος είχε το κόστος των προηγμένων πυρομαχικών, καθώς πύραυλοι κρουζ και συστήματα αεράμυνας χρησιμοποιήθηκαν εκτενώς, με αναλυτές να εκτιμούν ότι η αναπλήρωση ορισμένων αμερικανικών αποθεμάτων ενδέχεται να απαιτήσει μήνες ή και χρόνια. Η σύγκρουση είχε επίσης άμεσο αντίκτυπο στις αγορές ενέργειας, δεδομένου ότι ο Περσικός Κόλπος παραμένει μία από τις σημαντικότερες περιοχές παραγωγής και μεταφοράς πετρελαίου παγκοσμίως.

Ο Ντόναλντ Τραμπ μιλά στο Οβάλ Γραφείο

Οι δηλώσεις Τραμπ στο Οβάλ Γραφείο

Μιλώντας στους δημοσιογράφους από το Οβάλ Γραφείο, ο Τραμπ επανέλαβε ότι οι ΗΠΑ θα κερδίσουν τον πόλεμο με το Ιράν «πολύ σύντομα». «Θα κερδίσουμε, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Θα γίνει αρκετά γρήγορα», είπε χαρακτηριστικά. Ο Αμερικανός πρόεδρος συνέδεσε την έκβαση της σύγκρουσης και με το κόστος ενέργειας για τους πολίτες, προβλέποντας ότι η τιμή των καυσίμων θα κατακρημνιστεί μόλις οι Ηνωμένες Πολιτείες βγουν νικήτριες.

Ερωτηθείς για την υπόθεση των πέντε Βρετανών που συνελήφθησαν με την υποψία ότι σχεδίαζαν επίθεση σε αεροπορική βάση που χρησιμοποιεί ο αμερικανικός στρατός στη Βρετανία, ο Τραμπ εξέφρασε την έκπληξή του για την αποφυλάκισή τους με εγγύηση. «Εξεπλάγην που αφέθηκαν ελεύθεροι, εγώ δεν θα το έκανα αυτό», σχολίασε, διευκρινίζοντας ότι οι πέντε ύποπτοι παραμένουν υπό έρευνα παρά την αποφυλάκισή τους.

Οικονομία, Καναδάς και το εργοστάσιο στην Αϊόβα

Η συνέντευξη Τύπου του Τραμπ έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία ο ίδιος δέχεται κριτική για τις οικονομικές του επιδόσεις, λίγες εβδομάδες πριν από τις κρίσιμες ενδιάμεσες εκλογές για την ανανέωση του Κογκρέσου. Ο πρόεδρος επέμεινε ότι η αμερικανική οικονομία «δεν ήταν ποτέ σε καλύτερη κατάσταση» και εξέφρασε αισιοδοξία για την επίτευξη εμπορικής συμφωνίας με τον Καναδά, λέγοντας ότι οι Καναδοί «τηλεφωνούν συνεχώς» επιθυμώντας να κλείσουν συμφωνία.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο Τραμπ ανακοίνωσε την κατασκευή μιας τεράστιας χαλυβουργίας στην Αϊόβα, την οποία χαρακτήρισε τη μεγαλύτερη στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών. Πρόκειται για επένδυση συνολικού ύψους 18 δισεκατομμυρίων δολαρίων από την εταιρεία Mesabi Metallics, η οποία αναμένεται να δημιουργήσει αρχικά 6.000 θέσεις εργασίας για την κατασκευή του εργοστασίου και, μακροπρόθεσμα, 2.000 μόνιμες θέσεις στη βιομηχανία χάλυβα.

Σχετικά άρθρα