Ένα κοσμηματοπωλείο βρέθηκε αντιμέτωπο με πρόστιμο ΑΑΔΕ ύψους 5.032,26 ευρώ, αφού δεν εξέδωσε απόδειξη λιανικής πώλησης για ένα ρολόι αξίας 26.000 ευρώ. Η υπόθεση έφτασε ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ), η οποία εξέτασε την ένσταση της επιχείρησης και τελικά επικύρωσε την απόφαση της φορολογικής αρχής. Το ζήτημα αφορούσε τον ακριβή χρόνο παράδοσης του πολύτιμου αντικειμένου στον πελάτη, στοιχείο που αποδείχθηκε καθοριστικό για την έκβαση της διαφοράς και για το ύψος του προστίμου που κλήθηκε τελικά να πληρώσει το κοσμηματοπωλείο.
Πρόστιμο 5.032 ευρώ για ρολόι 26.000 ευρώ
Η ΑΑΔΕ έκρινε ότι το ρολόι είχε ήδη παραδοθεί στον πελάτη τη στιγμή του ελέγχου, γεγονός που καθιστούσε υποχρεωτική την έκδοση απόδειξης λιανικής πώλησης. Το κοσμηματοπωλείο ωστόσο υποστήριξε ότι η φυσική παράδοση του αντικειμένου δεν είχε ολοκληρωθεί ακόμη και ότι επρόκειτο να γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο. Η θέση αυτή, αν γινόταν αποδεκτή, θα μετέθετε αντίστοιχα και τον χρόνο κατά τον οποίο έπρεπε να εκδοθεί το φορολογικό στοιχείο. Σύμφωνα με τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα, στις λιανικές πωλήσεις η απόδειξη εκδίδεται είτε κατά την παράδοση του προϊόντος είτε κατά την έναρξη της αποστολής του προς τον αγοραστή, χωρίς περιθώρια για μεταγενέστερη ρύθμιση εκ των υστέρων.
Το κρίσιμο ερώτημα που κλήθηκε να απαντήσει η ΔΕΔ ήταν επομένως αν το ρολόι παρέμενε ακόμη στην κατοχή της επιχείρησης, με προγραμματισμένη μεταγενέστερη παράδοση, ή αν είχε ήδη περάσει στα χέρια του πελάτη χωρίς να εκδοθεί η αντίστοιχη απόδειξη. Η φορολογική αρχή είχε καταλήξει στη δεύτερη εκδοχή, θεωρώντας ότι η πώληση είχε ολοκληρωθεί κανονικά και ότι το φορολογικό στοιχείο έπρεπε να είχε κοπεί την ίδια στιγμή. Για να ανατρέψει αυτή τη διαπίστωση, το κοσμηματοπωλείο όφειλε να προσκομίσει συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν ότι το ρολόι είχε πράγματι παραμείνει στο κατάστημα και όχι στα χέρια του αγοραστή.

Γιατί απορρίφθηκε η προσφυγή του κοσμηματοπωλείου
Όπως αναφέρεται στο σκεπτικό που δημοσιοποιήθηκε, η απόδειξη της μεταγενέστερης παράδοσης θα μπορούσε να στηριχθεί σε πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής ή σε σχετική δήλωση του ίδιου του πελάτη. Τα έγγραφα αυτά όμως έπρεπε να είχαν κατατεθεί και να είχαν τεθεί υπόψη των ελεγκτών ήδη κατά τη διάρκεια του φορολογικού ελέγχου, και όχι να προβάλλονται εκ των υστέρων ως επιχείρημα στην προσφυγή ενώπιον της ΔΕΔ. Η ΔΕΔ έκρινε ότι η εκ των υστέρων επίκληση της μη παράδοσης δεν επαρκούσε για να ανατρέψει την εικόνα που είχαν ήδη σχηματίσει οι ελεγκτικές αρχές κατά την επιτόπια εξέταση του καταστήματος.
Με βάση αυτό το σκεπτικό, η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών δέχθηκε τελικά ότι η παράδοση του ρολογιού είχε ήδη πραγματοποιηθεί τη στιγμή του ελέγχου και απέρριψε την προσφυγή του κοσμηματοπωλείου. Το πρόστιμο των 5.032,26 ευρώ παρέμεινε έτσι σε ισχύ, με την επιχείρηση να καλείται να το καταβάλει για τη μη έκδοση της απόδειξης λιανικής πώλησης. Η υπόθεση ανέδειξε τη σημασία που έχουν τα έγγραφα που συντάσσονται την ίδια στιγμή της συναλλαγής, ιδίως όταν πρόκειται για προϊόντα μεγάλης αξίας όπως τα πολυτελή ρολόγια και τα κοσμήματα.
Όταν ένα προϊόν έχει ήδη αγοραστεί αλλά παραμένει προσωρινά στο κατάστημα, η συμφωνία για μεταγενέστερη παράδοση πρέπει να τεκμηριώνεται με σαφές αποδεικτικό ίχνος, το οποίο να γνωστοποιείται στους ελεγκτές τη στιγμή του ελέγχου και όχι αργότερα. Η απόφαση της ΔΕΔ λειτουργεί έτσι ως προειδοποίηση για επιχειρήσεις του κλάδου, καθώς δείχνει πόσο αυστηρά ερμηνεύονται οι διατάξεις περί έκδοσης αποδείξεων λιανικής πώλησης στις συναλλαγές υψηλής αξίας, όπου η φορολογική διοίκηση εξετάζει με ιδιαίτερη προσοχή κάθε στοιχείο του φακέλου.




