Μετά από έναν αιώνα και πλέον, 48 ιστορικά κειμήλια επέστρεψαν στην Ελλάδα από τη Βουλγαρία, στο πλαίσιο συμφωνίας πολιτιστικής ανταλλαγής μεταξύ των δύο χωρών. Τα αντικείμενα είχαν μεταφερθεί στη Βουλγαρία το 1917, κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η τελετή παράδοσης-παραλαβής πραγματοποιήθηκε στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού στη Θεσσαλονίκη, με την ίδια συμφωνία να προβλέπει και τη μεταφορά στη Σόφια των λειψάνων του Τσάρου Σαμουήλ της Βουλγαρίας.
Ιερές εικόνες, σταυροί και ο επισκοπικός θρόνος
Στην τελετή παρέστησαν ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και ο πρωθυπουργός της Βουλγαρίας Rumen Radev. Όπως ανέφερε ο Έλληνας πρωθυπουργός, πρόκειται για αντικείμενα «ανεκτίμητης πολιτιστικής, πνευματικής, αλλά και συναισθηματικής αξίας»: ιερές εικόνες και σταυροί, άμφια, λειψανοθήκη και ο εντυπωσιακός επισκοπικός θρόνος. Τα κειμήλια είχαν αποσπαστεί το 1917 από τη Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτας και τις μονές Τιμίου Προδρόμου και Παναγίας Εικοσιφοίνισσας, μέσα στη δίνη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Τα αντικείμενα θα παραμείνουν εκτεθειμένα στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού έως τις 5 Νοεμβρίου 2026. Στη συνέχεια θα παραδοθούν στις Ιερές Μονές Τιμίου Προδρόμου Σερρών και Εικοσιφοινίσσης, καθώς και στην Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης, ανάλογα με την προέλευσή τους. Η συμφωνία αποτελεί, σύμφωνα με την ελληνική κυβέρνηση, αποτέλεσμα πολυετών διαπραγματεύσεων που είχαν ξεκινήσει πριν από περίπου μισό αιώνα, από τον τότε πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον τότε ηγέτη της Βουλγαρίας Τεοντόρ Ζίβκοφ, και ολοκληρώθηκαν τώρα καθώς, όπως σημείωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ξεπεράστηκαν αγκυλώσεις του παρελθόντος.
Η ανταλλαγή με τα λείψανα του Τσάρου Σαμουήλ
Από την πλευρά της, η Ελλάδα παραδίδει στη Βουλγαρία τα λείψανα που έχουν ταυτοποιηθεί ως ανήκοντα στον Τσάρο Σαμουήλ, μαζί με ανθρωπολογικό υλικό από συνολικά τέσσερις σαρκοφάγους που είχαν ανασκαφεί το 1964 από τον καθηγητή Μουτσόπουλο στη Βασιλική του Αγίου Αχιλλείου, στη Μικρή Πρέσπα. Ο Τσάρος Σαμουήλ υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους ηγεμόνες του Πρώτου Βουλγαρικού Κράτους, το οποίο κυβέρνησε από το 997 έως το 1014, σε περίοδο συνεχών πολέμων με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Κέντρο της εξουσίας του ήταν η ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας, με ιδιαίτερη βαρύτητα στην Πρέσπα και αργότερα στην Αχρίδα.

Στη νησίδα του Αγίου Αχιλλείου, ο Σαμουήλ είχε χτίσει στα τέλη του 10ου αιώνα μεγάλη βασιλική για να στεγάσει το λείψανο του Αγίου Αχιλλείου, το οποίο είχε μεταφέρει από τη Λάρισα. Η περιοχή αποτελούσε τότε ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά και εκκλησιαστικά κέντρα του κράτους του, γεγονός που εξηγεί γιατί τα οστά του εντοπίστηκαν αιώνες μετά στο ελληνικό έδαφος.
Οι δηλώσεις Μητσοτάκη για την πολιτιστική διπλωματία
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτήρισε τον επαναπατρισμό των κειμηλίων «γέφυρα» ανάμεσα σε δύσκολες στιγμές του παρελθόντος και σε ένα κοινό μέλλον για Ελλάδα και Βουλγαρία. Αναφέρθηκε επίσης στην πολιτιστική διπλωματία, θυμίζοντας την περίπτωση του «θραύσματος Fagan» από τη Σικελία, μια πρωτοβουλία που, όπως είπε, επαινέθηκε από την ίδια την UNESCO. «Θα συνεχίσουμε στην ίδια κατεύθυνση», δήλωσε ο πρωθυπουργός.
Ο Έλληνας πρωθυπουργός συνέδεσε τη σημερινή πρωτοβουλία με μια ευρύτερη αλλαγή αντίληψης διεθνώς ως προς την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, τονίζοντας ότι τα μνημεία και τα ιστορικά κειμήλια «δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως λάφυρα πολέμου». Η ίδια αρχή της ακεραιότητας του μνημείου, υπογράμμισε, διαπερνά και τη συνεχή προσπάθεια της Ελλάδας για την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα. Σε αυτό το σημείο ξεκαθάρισε ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να δεχθεί διευθετήσεις που να δηλώνουν αναγνώριση ξένης κυριαρχίας επί του Παρθενώνα ή δανεισμό των δικών της θησαυρών.
Μετά τη λήξη της έκθεσής τους στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, στις 5 Νοεμβρίου 2026, τα 48 κειμήλια θα μεταφερθούν στις Ιερές Μονές Τιμίου Προδρόμου Σερρών και Εικοσιφοινίσσης, καθώς και στην Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης, επιστρέφοντας έτσι στις ιστορικές εστίες απ’ όπου αποσπάστηκαν πριν από πάνω από έναν αιώνα.




