Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έστειλε σαφές και αυστηρό μήνυμα για τα Γλυπτά του Παρθενώνα, μιλώντας το πρωί του Σαββάτου 3 Οκτωβρίου στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού στη Θεσσαλονίκη. Η ομιλία του έγινε στο πλαίσιο της τελετής υπογραφής πρωτοκόλλου για την παράδοση-παραλαβή κειμηλίων μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας, παρουσία του Βούλγαρου πρωθυπουργού Ρούμεν Ράντεφ. Ο Έλληνας πρωθυπουργός ξεκαθάρισε ότι η Αθήνα δεν πρόκειται να δεχθεί διευθετήσεις που να δηλώνουν αναγνώριση ξένης κυριαρχίας στα Γλυπτά, ούτε να «δανειστεί» τους δικούς της θησαυρούς.
Διαβάστε επίσης: Μητσοτάκης: Ήρθε η ώρα για τα Γλυπτά του Παρθενώνα
Η τελετή για την ανταλλαγή κειμηλίων
Στο Βυζαντινό Μουσείο Θεσσαλονίκης υπογράφηκαν τα πρωτόκολλα της συμφωνίας πολιτιστικής ανταλλαγής, με τα οποία η Βουλγαρία επιστρέφει στην Ελλάδα 48 ιστορικά κειμήλια που είχαν αφαιρεθεί το 1917, εν μέσω του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, από την Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοινίσσης, την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών και την Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης. Πρόκειται για ιερές εικόνες, σταυρούς, άμφια, λειψανοθήκη και τον επισκοπικό θρόνο, αντικείμενα που φυλάσσονταν έως τώρα στο Εθνικό Μουσείο Ιστορίας της Βουλγαρίας στη Σόφια. Τα αντικείμενα θα εκτίθενται στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού μέχρι τις 5 Νοεμβρίου 2026, πριν παραδοθούν οριστικά στις μονές και στη μητρόπολη από όπου είχαν αφαιρεθεί.
Παράλληλα, η Ελλάδα εκπληρώνει τη δική της πλευρά της συμφωνίας, παραδίδοντας στη Βουλγαρία τα λείψανα του τσάρου Σαμουήλ (997-1014) και το υπόλοιπο ανθρωπολογικό υλικό από τέσσερις σαρκοφάγους της Βασιλικής του Αγίου Αχιλλείου στις Πρέσπες, ευρήματα που είχε φέρει στο φως το 1965 ο καθηγητής Νικόλαος Μουτσόπουλος. Ο κ. Μητσοτάκης υπογράμμισε ότι η συμφωνία ολοκληρώνει μια διαπραγμάτευση που ξεκίνησε πριν από περίπου μισό αιώνα, όταν οι πρώτες συζητήσεις είχαν γίνει από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή τη δεκαετία του 1970 με τον τότε ηγέτη της Βουλγαρίας, Τόντορ Ζίβκοφ. Τα πρωτόκολλα υπέγραψαν επίσης οι υπουργοί Πολιτισμού των δύο χωρών, Λίνα Μενδώνη και Εφτίμ Μιλόσεφ.

Το μήνυμα για τα Γλυπτά του Παρθενώνα
Αξιοποιώντας την εκδήλωση, ο πρωθυπουργός επανέλαβε τις «κόκκινες γραμμές» της Αθήνας απέναντι στη Βρετανία. «Τα Γλυπτά του Παρθενώνα δεν αποτελούν άψυχα τεκμήρια του χθες. Όταν τα αποσπάς από το περιβάλλον που τα γέννησες, ακρωτηριάζεις την ιστορία που τα γέννησε», δήλωσε χαρακτηριστικά ο κ. Μητσοτάκης. Όπως εξήγησε, η ελληνική θέση δεν υπαγορεύεται από αόριστη εθνική διεκδίκηση ούτε αμφισβητεί την αποστολή των μουσείων διεθνώς, καθώς ο Παρθενώνας «συνιστά μια μοναδική και αυτοτελή περίπτωση» που αφορά την αποκατάσταση ενός οικουμενικού μνημείου το οποίο παραμένει «βίαια διαμελισμένο». «Η Πατρίδα μου δεν πρόκειται να δεχθεί διευθετήσεις που να δηλώνουν ξένη κυριαρχία ή να δανειστεί. Ήρθε η ώρα της αλήθειας και της δικαιοσύνης», τόνισε, προσθέτοντας ότι «τα μνημεία δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται ως λάφυρα πολέμου».
Από την πλευρά του, ο Ρούμεν Ράντεφ χαρακτήρισε «ιστορική» τη συμφωνία και σημείωσε ότι «οι κοινές προσπάθειές μας επέτρεψαν να αφήσουμε πίσω τις σκιές του παρελθόντος και να δημιουργήσουμε μία σχέση αμοιβαίου σεβασμού και φιλίας». Ο Βούλγαρος πρωθυπουργός εξέφρασε ευγνωμοσύνη προς την ελληνική κυβέρνηση και τον κ. Μητσοτάκη, επισημαίνοντας το υψηλό επίπεδο οικονομικής, πολιτικής και πολιτιστικής συνεργασίας που έχουν αναπτύξει οι δύο χώρες τις τελευταίες δεκαετίες. Ο Έλληνας πρωθυπουργός, από την πλευρά του, ευχαρίστησε τις προηγούμενες κυβερνήσεις, τα δύο υπουργεία Πολιτισμού και το προσωπικό του Βυζαντινού Μουσείου για τη συμβολή τους στην επίτευξη της συμφωνίας, ενώ αναφέρθηκε με συγκίνηση στην παρουσία της συζύγου του Βούλγαρου πρωθυπουργού στην εκδήλωση.
Ο κ. Μητσοτάκης εκτίμησε ότι η σημερινή συμφωνία αποτελεί το πρώτο βήμα για στενότερη συνεργασία Ελλάδας και Βουλγαρίας, με στόχο την επιστροφή και άλλων πολιτιστικών αντικειμένων στις δύο χώρες. Με ανακοίνωσή της, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος εξέφρασε ιδιαίτερη ικανοποίηση για την επιστροφή των 48 κειμηλίων «ύστερα από έναν και πλέον αιώνα».




