Νέα στοιχεία που παρουσιάστηκαν σε κοινοβουλευτική έρευνα στη Νέα Νότια Ουαλία της Αυστραλίας επαναφέρουν στο προσκήνιο τις δολοφονίες του Μίλατ, του διαβόητου κατά συρροή δολοφόνου Ιβάν Μίλατ που σκότωσε επτά νεαρούς ταξιδιώτες με σακίδια στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Ο Μίλατ, που πέθανε από καρκίνο το 2019 σε ηλικία 74 ετών, είχε καταδικαστεί το 1996 σε επτά διαδοχικές ποινές ισόβιας κάθειρξης. Περισσότερα από 30 χρόνια μετά την καταδίκη του, η αστυνομία εξετάζει πλέον το ενδεχόμενο ο κατά συρροή δολοφόνος να συνδέεται με ακόμη 31 ανεξιχνίαστες υποθέσεις δολοφονιών και εξαφανίσεων.
Οι νέες υποψίες για τις δολοφονίες του Μίλατ
Ο Ιβάν Μίλατ συνελήφθη το 1994 και καταδικάστηκε δύο χρόνια αργότερα, το 1996, για τις δολοφονίες επτά νεαρών ταξιδιωτών, τα πτώματα των οποίων εντοπίστηκαν στο κρατικό δάσος Μπελάνγκλο, στη Νέα Νότια Ουαλία. Οι φόνοι, που διαπράχθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990, παραμένουν ανάμεσα στα πιο γνωστά εγκλήματα στην ιστορία της Αυστραλίας. Σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν ενώπιον της κοινοβουλευτικής επιτροπής που εξετάζει ανεξιχνίαστες ανθρωποκτονίες και μακροχρόνιες εξαφανίσεις, η αστυνομία είχε στο παρελθόν διερευνήσει πιθανή εμπλοκή του Μίλατ σε ακόμη 17 δολοφονίες και σε 14 υποθέσεις εξαφανίσεων προσώπων. Ο πρόεδρος της επιτροπής, Τζέρεμι Μπάκιγχαμ, δήλωσε στο αυστραλιανό μέσο news.com.au ότι συνολικά περίπου 30 υποθέσεις έχουν εξεταστεί κατά καιρούς για πιθανή σύνδεση με τον Μίλατ.
Οι ίδιες οι αναφορές, όπως τονίστηκε στην επιτροπή, δεν αποδεικνύουν ότι ο Μίλατ ήταν πράγματι ο δράστης των συγκεκριμένων εγκλημάτων. Η κοινοβουλευτική έρευνα επικεντρώνεται κυρίως στον τρόπο με τον οποίο οι αρχές της Νέας Νότιας Ουαλίας χειρίστηκαν τις υποθέσεις αυτές, τόσο πριν όσο και μετά την καταδίκη του το 1996. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν οι αρχές θα μπορούσαν να είχαν συνδέσει νωρίτερα τις δολοφονίες του Μίλατ με επιπλέον εγκλήματα, περιορίζοντας ενδεχομένως τον αριθμό των θυμάτων. Η υπόθεση, παρότι έκλεισε δικαστικά πριν από τρεις δεκαετίες, παραμένει έτσι ανοιχτή ως προς τις ευθύνες του αστυνομικού μηχανισμού της εποχής.
Η κατάθεση του πρώην εισαγγελέα για τον Μίλατ
Ιδιαίτερο βάρος στην έρευνα είχε η κατάθεση του πρώην ανώτερου εισαγγελέα Μαρκ Τεντέσκι, ο οποίος είχε αναλάβει την κατηγορία στη δίκη του Μίλατ το 1996. Ο Τεντέσκι υποστήριξε ενώπιον της επιτροπής ότι οι αρχές είχαν τη δυνατότητα να οδηγήσουν τον Μίλατ στη φυλακή πολλά χρόνια πριν από την τελική του σύλληψη το 1994. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα σε μια υπόθεση βιασμού από το 1971, όταν ο Μίλατ είχε κατηγορηθεί τόσο για βιασμό όσο και για δύο ένοπλες ληστείες. Μετά την απαγγελία των κατηγοριών, διέφυγε στη Νέα Ζηλανδία, ωστόσο συνελήφθη εκ νέου το 1974 και παραπέμφθηκε σε δίκη.
Ο πρώην εισαγγελέας περιέγραψε στην επιτροπή ένα περιστατικό που, όπως είπε, θεωρούσε ιδιαίτερα ασυνήθιστο. Σύμφωνα με την κατάθεσή του, ο δικηγόρος του Μίλατ, ο εκλιπών Τζον Μάρσντεν, είχε επισκεφθεί στο σπίτι της μία από τις γυναίκες που εμπλέκονταν στην υπόθεση βιασμού, το βράδυ πριν από τη δίκη. Όταν η γυναίκα κατέθεσε την επόμενη ημέρα και ρωτήθηκε αν είχε συναινέσει στη σεξουαλική επαφή, η απάντησή της χαρακτηρίστηκε από τον Τεντέσκι ασαφής. Μετά από εκείνη την απάντηση, η κατηγορούσα αρχή δεν διέθετε πλέον επαρκή στοιχεία ώστε να αποδείξει την έλλειψη συναίνεσης, γεγονός που, σύμφωνα με την κατάθεση του πρώην εισαγγελέα, συνέβαλε στο να μην οδηγηθεί τότε ο Μίλατ στη φυλακή για την υπόθεση αυτή.




