Ο Τραμπ και οι θεωρίες συνωμοσίας μετά την επίθεση στο γκαλά
Διεθνή

Ο Τραμπ και οι θεωρίες συνωμοσίας μετά την επίθεση στο γκαλά

28 Απριλίου 2026|3 λεπτά ανάγνωση

Ένα νέο κύμα παραπληροφόρησης κατέκλυσε το διαδίκτυο μετά την επίθεση το βράδυ της 25ης Απριλίου 2026 στο γκαλά των δημοσιογράφων που καλύπτουν τον Λευκό Οίκο, με χιλιάδες αναρτήσεις να διαδίδουν αναπόδεικτες θεωρίες ότι ο ίδιος ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ σκηνοθετεί τις απόπειρες δολοφονίας εναντίον του για να αποκομίσει πολιτικό όφελος.

Τι έγινε: Δίωξη για τρίτη απόπειρα δολοφονίας

Τη Δευτέρα 27 Απριλίου, οι αμερικανικές αρχές άσκησαν δίωξη στον Κόουλ Τόμας Άλεν, έναν 31χρονο από την Καλιφόρνια, για απόπειρα δολοφονίας του προέδρου. Πρόκειται για την τρίτη κατά σειρά απόπειρα εναντίον του Τραμπ σε διάστημα μικρότερο των δύο ετών. Οι δύο προηγούμενες είχαν συμβεί το 2024 — η πρώτη κατά τη διάρκεια προεκλογικής συγκέντρωσης στην Πενσιλβάνια και η δεύτερη σε γήπεδο γκολφ στη Φλόριντα. Η επίθεση του Σαββάτου έγινε κατά τη διάρκεια του ετήσιου δείπνου των ανταποκριτών του Λευκού Οίκου, εκδήλωσης υψηλού συμβολισμού για τις σχέσεις μεταξύ πολιτικής εξουσίας και δημοσιογραφίας. Η ταχύτητα με την οποία ακολούθησε η δίωξη δείχνει ότι οι αρχές είχαν εξαρχής ισχυρά στοιχεία εναντίον του κατηγορούμενου.

Αμέσως μετά το περιστατικό, πριν ακόμη ολοκληρωθεί η έρευνα, άρχισαν να πλημμυρίζουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αναρτήσεις που αμφισβητούσαν την αυθεντικότητα της επίθεσης. Σύμφωνα με ανάλυση του Γαλλικού Πρακτορείου, οι συγκεκριμένες αναρτήσεις προέρχονταν κατά κύριο λόγο από λογαριασμούς αντίπαλους προς τον Τραμπ, χωρίς να παρουσιάζουν κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Ο οργανισμός παρακολούθησης παραπληροφόρησης NewsGuard κατέγραψε ότι οι σχετικές αναρτήσεις συγκέντρωσαν συνολικά 80 εκατομμύρια θεάσεις μόνο στην πλατφόρμα X κατά τη Κυριακή και τη Δευτέρα. Ο αριθμός αυτός αναδεικνύει την ταχύτητα και την κλίμακα με την οποία διαδίδεται η παραπληροφόρηση στη σύγχρονη ψηφιακή δημόσια σφαίρα.

Αντιδράσεις και πλαίσιο: Το φαινόμενο BlueAnon

Οι ερευνητές εντοπίζουν τη ρίζα αυτών των θεωριών στο κίνημα που έχει αποκληθεί «BlueAnon», μια συνωμοσιολογική ομάδα που τοποθετείται στο αριστερό πολιτικό φάσμα. Το όνομα παραπέμπει σκόπιμα στο ακροδεξιό κίνημα QAnon, υπογραμμίζοντας ότι η ροπή προς τις θεωρίες συνωμοσίας δεν αποτελεί αποκλειστικό χαρακτηριστικό κάποιας συγκεκριμένης πολιτικής πτέρυγας. Η αναλύτρια Σοφία Ρούμπινσον του NewsGuard εξήγησε ότι «ορισμένες δημοφιλείς αναρτήσεις αναφέρουν ρητά ότι τα προηγούμενα αυτά γεγονότα αποδεικνύουν πως οι σκηνοθετημένες απόπειρες δολοφονίας αποτελούν μέρος της στρατηγικής του Τραμπ για να προκαλέσει τη συμπάθεια και να αποσπάσει την προσοχή από τη δυσμενή για τον ίδιο κάλυψη των μέσων ενημέρωσης». Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι παρόμοιες θεωρίες είχαν αναπαραχθεί και για τις δύο επιθέσεις του 2024, δείχνοντας ένα σταθερό μοτίβο σε κάθε ανάλογο συμβάν.

Ωστόσο, δεν είναι μόνο η αριστερή αντιπολίτευση που τροφοδοτεί ανάλογα αφηγήματα. Σύμφωνα με το βρετανικό ινστιτούτο Institute for Strategic Dialogue, ρωσικά και ιρανικά μέσα ενημέρωσης συμμετείχαν επίσης ενεργά στη διάδοση θεωριών συνωμοσίας, υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων ότι ο κατηγορούμενος δράστης διατηρούσε δεσμούς με τον ισραηλινό στρατό. Παράλληλα, ακόμη και influencer του κινήματος MAGA είχαν κατά το παρελθόν διαδώσει ανάλογες θεωρίες για την επίθεση στην Πενσιλβάνια, επιβεβαιώνοντας ότι η συνωμοσιολογία υπερβαίνει τα παραδοσιακά πολιτικά σύνορα. Ο ερευνητής Μάικ Ρότσιλντ, ειδικός στις θεωρίες συνωμοσίας, περιέγραψε το κυρίαρχο αφήγημα: ότι ο Τραμπ είναι «μετρ της χειραγώγησης» που «θα έκανε τα πάντα για να κερδίσει τις εκλογές του 2024, ακόμη και να προσλάβει κάποιον να τον πυροβολήσει».

Σύμφωνα με τους ερευνητές, το φαινόμενο αυτό αποκαλύπτει μια βαθύτερη τάση στην αμερικανική κοινωνία: οι πολίτες, ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης, στρέφονται ολοένα και πιο συχνά σε influencer για την ενημέρωσή τους αντί στα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης, γεγονός που δημιουργεί εύφορο έδαφος για την ανάπτυξη και τη διάδοση ψευδών αφηγημάτων. Το αφήγημα για τις «σκηνοθετημένες απόπειρες» κερδίζει επίσης έδαφος τους τελευταίους μήνες και λόγω της αυξανόμενης κριτικής που δέχεται ο Τραμπ — όχι μόνο από τους Δημοκρατικούς, αλλά και ευρύτερα — για τη διαχείριση του πολέμου στο Ιράν.

Σχετικά άρθρα