Η γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή μπαίνει σε νέα, ακόμα πιο επικίνδυνη φάση, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται αποφασισμένος να επιμείνει στον ναυτικό αποκλεισμό του Ιράν ως το κύριο μέσο πίεσης στην Τεχεράνη. Ο Αμερικανός πρόεδρος όχι μόνο έχει πειστεί για την αποτελεσματικότητα αυτής της τακτικής, αλλά προετοιμάζεται ενεργά για έναν αποκλεισμό που θα μπορούσε να διαρκέσει μήνες. Η εξέλιξη αυτή ανησυχεί βαθιά τις διεθνείς αγορές, οι οποίες ήδη αντιδρούν με παροξυσμό στις νέες αβεβαιότητες. Παράλληλα, η διπλωματική λύση μοιάζει να απομακρύνεται με επικίνδυνο ρυθμό από τον ορίζοντα.
Η σύρραξη που άναψε η Ουάσιγκτον και το Ισραήλ στις 28 Φεβρουαρίου — με εκτεταμένους αμερικανοϊσραηλινούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς στο Ιράν — έχει αφήσει ήδη χιλιάδες νεκρούς, οι περισσότεροι εκ των οποίων βρίσκονται στο Ιράν και στον Λίβανο. Ο πόλεμος αυτός, που εκκινήθηκε από κοινού από τον Ντόναλντ Τραμπ και τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, έχει αποσταθεροποιήσει σε βάθος την παγκόσμια οικονομία. Ωστόσο, παρά την ανακοίνωση κατάπαυσης του πυρός την 8η Απριλίου, μετά από 40 ημέρες εχθροπραξιών, η ειρήνη παραμένει ευάλωτη και η κρίση μακριά από λύση.
Ο Λευκός Οίκος προετοιμάζεται για μακρά οικονομική πολιορκία
Αποκαλυπτική ήταν η συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στον Λευκό Οίκο με ηγετικά στελέχη εταιρειών του κλάδου πετρελαίου, όπου συζητήθηκαν επί μακρόν τα μέτρα για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων του αποκλεισμού. Σύμφωνα με κυβερνητικό αξιωματούχο, οι συνομιλίες επικεντρώθηκαν στο πώς η Ουάσιγκτον θα μπορέσει «να συνεχίσει τον εφαρμοζόμενο αποκλεισμό για μήνες αν είναι απαραίτητο» ελαχιστοποιώντας ταυτόχρονα τον αντίκτυπο στους Αμερικανούς καταναλωτές. Η δήλωση αυτή αποκαλύπτει ότι η αμερικανική κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζει τον αποκλεισμό ως πρόσκαιρο μέτρο, αλλά ως μακροπρόθεσμη στρατηγική επιλογή. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Τραμπ δήλωσε χαρακτηριστικά ότι «ο αποκλεισμός είναι λιγάκι πιο αποτελεσματικός από τους βομβαρδισμούς», σε συνέντευξή του στον ειδησεογραφικό ιστότοπο Axios.
Στο επίκεντρο της κρίσης βρίσκονται τα Στενά του Ορμούζ, το κρίσιμο αυτό πέρασμα μέσω του οποίου διακινείται υπό κανονικές συνθήκες το ένα πέμπτο των υδρογονανθράκων που καταναλώνονται παγκοσμίως. Η απόφαση του Ιράν να αποκλείσει τα στενά αποτέλεσε την αφορμή για τον αμερικανικό αντίποινα με αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών. Πρόκειται για μια κλιμάκωση που θέτει σε κίνδυνο τις παγκόσμιες ενεργειακές ροές και απειλεί να βυθίσει τη διεθνή οικονομία σε νέα ύφεση. Αναλυτές προειδοποιούν ότι μια παρατεταμένη αντιπαράθεση θα έχει καταστροφικές συνέπειες για εισαγωγικές χώρες που εξαρτώνται από τον Περσικό Κόλπο.
Αγορές σε πανικό — Το πετρέλαιο στο υψηλό τεσσάρων χρόνων
Οι επιπτώσεις στις αγορές ενέργειας είναι ήδη δραματικές. Η τιμή του βαρελιού της ποικιλίας Μπρεντ Βόρειας Θάλασσας έχει ξεπεράσει τα 119 δολάρια, φτάνοντας στο υψηλότερο σημείο από το 2022, όταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία. Οι αναλυτές της εταιρείας DNB μιλούν για «παρατεινόμενο αδιέξοδο», επισημαίνοντας ότι ενώ «οι μάχες έχουν ουσιαστικά σταματήσει», «δεν προκύπτει καμία διαρκής λύση» στον ορίζοντα. Η διπλωματική απόσταση μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης μεγαλώνει αντί να μικραίνει, και κάθε καθυστέρηση στις διαπραγματεύσεις μεταφράζεται σε νέες αυξήσεις τιμών.
Σε αυτό το εκρηκτικό κλίμα, η Τεχεράνη κατηγορεί ανοιχτά την Ουάσιγκτον ότι επιδιώκει την κατάρρευση της Ισλαμικής Δημοκρατίας από μέσα. Ο ισχυρός πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου, ο Μοχαμάντ Μπαγέρ Γαλιμπάφ, εξέφρασε αυτές τις ανησυχίες δημοσίως, αναφέροντας ότι οι ΗΠΑ επιδιώκουν να ασκήσουν «οικονομική πίεση» και να υποδαυλίσουν «εσωτερικούς διχασμούς» με στόχο να αποδυναμώσουν τη χώρα. Παράλληλα, κάλεσε τους Ιρανούς σε «ενότητα» απέναντι στην εξωτερική πίεση, γεγονός που αποτυπώνει την ένταση που επικρατεί στο εσωτερικό του καθεστώτος. Ωστόσο, ο ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν έσπευσε κι αυτός να προειδοποιήσει τον Τραμπ για τις «επιζήμιες συνέπειες» που θα είχε οποιαδήποτε νέα στρατιωτική δράση στην περιοχή, καταδεικνύοντας ότι η κρίση απειλεί να διευρυνθεί σε παγκόσμια αντιπαράθεση μεγάλων δυνάμεων.




