Η αγορά ακινήτων στην Ελλάδα αντιμετωπίζει οξύ έλλειμμα σε μικρές και οικονομικές κατοικίες, παρά τη συνεχή αύξηση της ζήτησης από αγοραστές και ενοικιαστές. Τα νεότερα στοιχεία από τις εταιρείες Unico και Remax αποκαλύπτουν μια σαφή ανισορροπία: οι περισσότεροι ενδιαφερόμενοι διαθέτουν περιορισμένο προϋπολογισμό, ενώ η προσφορά φθηνών ακινήτων υστερεί σημαντικά. Το αποτέλεσμα είναι χιλιάδες Έλληνες να αδυνατούν να βρουν κατοικία που να ανταποκρίνεται τόσο στις ανάγκες τους όσο και στις οικονομικές τους δυνατότητες.
Τι δείχνουν τα στοιχεία για την αγορά ακινήτων
Σύμφωνα με έρευνα της Unico, στην αγορά κατοικίας ισχύει ένα χαρακτηριστικό μοτίβο: όσο μικρότερη είναι η επιφάνεια ενός ακινήτου, τόσο μεγαλύτερη είναι η έλλειψη στην αγορά. Στην Αττική, το 18% των υποψήφιων αγοραστών αναζητεί ακίνητα με επιφάνεια έως 80 τετραγωνικά μέτρα, ενώ η πλειοψηφία — το 53% — στοχεύει σε επιφάνεια από 80 έως 120 τ.μ. Μόλις το 25% αναζητεί ακίνητο με επιφάνεια άνω των 120 τ.μ., επιβεβαιώνοντας ότι η ζήτηση συγκεντρώνεται στα μεσαία και μικρά μεγέθη. Η εικόνα αυτή αντικατοπτρίζει την ανάγκη για αξιοπρεπή στέγαση σε επίπεδο που η αγορά αδυνατεί να προσφέρει σε προσιτές τιμές.
Ωστόσο, το πιο κρίσιμο στοιχείο βρίσκεται στον διαθέσιμο προϋπολογισμό των αγοραστών. Το 30% διαθέτει έως 100.000 ευρώ, το 22% από 100.000 έως 150.000 ευρώ και το 17% από 150.000 έως 200.000 ευρώ. Αθροιστικά, σχεδόν επτά στους δέκα ενδιαφερόμενους — ποσοστό 69% — αναζητούν ακίνητο αξίας κάτω από 200.000 ευρώ. Σε αντίθεση, μόλις το 12% ενδιαφέρεται για ακίνητα αξίας 200.000-300.000 ευρώ, το 6% για 300.000-400.000 ευρώ και το 4% για ακίνητα άνω των 400.000 ευρώ. Τα δεδομένα αυτά αποκαλύπτουν ότι η συντριπτική πλειοψηφία κινείται σε budget που η σημερινή αγορά δυσκολεύεται να καλύψει.

Η έρευνα της Unico υπογραμμίζει επίσης μια έντονη αντίφαση ανάμεσα σε επιθυμίες και πραγματικότητα. Το 52% αναζητεί ακίνητα 80-120 τ.μ., ενώ ένας στους τέσσερις αγοραστές ζητά ακόμη μεγαλύτερη επιφάνεια. Παράλληλα, το 67% αυτών θέτει ανώτατο πλαφόν τα 200.000 ευρώ — ένα ψυχολογικό όριο που αντικατοπτρίζει τις πραγματικές οικονομικές δυνατότητες των ελληνικών νοικοκυριών. Αυτή η ανισορροπία ανάμεσα στις ανάγκες και στη φερεγγυότητα αποτελεί το κεντρικό πρόβλημα που καθορίζει τη δυναμική της αγοράς κατοικίας. Οι υψηλές τιμές και τα αυξημένα λειτουργικά κόστη των ακινήτων ωθούν τα νοικοκυριά σε μια αδιέξοδη αναζήτηση: περισσότερα τετραγωνικά με λιγότερα χρήματα.
Η ζήτηση για μικρές κατοικίες κυριαρχεί και στις ενοικιάσεις
Η αγορά ενοικίασης παρουσιάζει ανάλογη εικόνα. Στοιχεία της Remax για το 2025 δείχνουν ότι σε πανελλαδικό επίπεδο το 44,7% των μισθώσεων αφορά κατοικίες έως 50 τετραγωνικά μέτρα, ενώ το 21,9% αφορά ακίνητα από 51 έως 75 τ.μ. Το 30,1% αφορά κατοικίες 76-150 τ.μ. και ελάχιστο — μόλις 3,3% — αφορά κατοικίες άνω των 151 τ.μ. Η στροφή αυτή προς τα μικρά ακίνητα αντικατοπτρίζει τη δυσκολία των ενοικιαστών να ανταπεξέλθουν στα υψηλά μισθώματα μεγαλύτερων διαμερισμάτων.
Στην Αττική, το 53,7% των μισθώσεων αφορά κατοικίες έως 75 τ.μ., επιβεβαιώνοντας την ισχυρή ζήτηση για μικρά και μεσαία ακίνητα στο μεγαλύτερο αστικό κέντρο. Στη Θεσσαλονίκη, η τάση αυτή γίνεται ακόμη πιο έντονη: το 63,1% των μισθώσεων αφορά ακίνητα έως 50 τ.μ., καθιστώντας τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη ιδιαίτερα χαρακτηριστική περίπτωση υψηλής ζήτησης σε μικρές κατοικίες. Στην υπόλοιπη Ελλάδα, το 39,6% των μισθώσεων επικεντρώνεται σε κατοικίες έως 50 τ.μ., επιβεβαιώνοντας ότι πρόκειται για πανελλαδικό φαινόμενο και όχι αποκλειστικά για χαρακτηριστικό των μεγάλων αστικών κέντρων.
Η συνολική εικόνα που διαμορφώνουν τα στοιχεία Unico και Remax είναι αποκαλυπτική για τη σύγχρονη αγορά ακινήτων. Το περιορισμένο διαθέσιμο εισόδημα στρέφει αγοραστές και ενοικιαστές προς μικρότερα και φθηνότερα ακίνητα, ενώ ακριβώς αυτή η κατηγορία παρουσιάζει το μεγαλύτερο έλλειμμα. Τα υψηλά λειτουργικά κόστη και οι αυξημένες τιμές δυσκολεύουν τη στέγαση νοικοκυριών χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, ενισχύοντας έναν φαύλο κύκλο ανεπαρκούς προσφοράς και ανικανοποίητης ζήτησης. Η ανισορροπία αυτή διατηρείται με αμείωτη ένταση, δείχνοντας ότι η επίλυσή της απαιτεί ουσιαστική αύξηση του αποθέματος προσιτών κατοικιών σε όλη τη χώρα.




