Ηχηρή προειδοποίηση για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας απηύθυνε χθες, 4 Μαΐου 2026, η επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, μιλώντας σε συνέδριο του Ινστιτούτου Milken. Η Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα άφησε σαφώς να εννοηθεί ότι η αισιόδοξη εκτίμηση του οργανισμού για μια βραχύβια σύγκρουση στη Μέση Ανατολή ανήκει πλέον στο παρελθόν. Το λεγόμενο «σενάριο αναφοράς», που προέβλεπε ανάπτυξη 3,1% και πληθωρισμό 4,4%, έχει ήδη ξεπεραστεί από τη σκληρή πραγματικότητα. «Αυτό το σενάριο, κάθε μέρα που περνάει, μένει όλο και πιο πίσω», δήλωσε χαρακτηριστικά η ίδια, αφήνοντας λίγα περιθώρια για αισιοδοξία.
Σύμφωνα με την Γκεοργκίεβα, το ΔΝΤ βρίσκεται ήδη στο λεγόμενο «δυσμενές σενάριο», το οποίο προβλέπει επιβράδυνση της παγκόσμιας ανάπτυξης στο 2,5% για το 2026 και γενικό πληθωρισμό που αγγίζει το 5,4%. Οι τιμές του πετρελαίου κινούνται ήδη γύρω στα 100 δολάρια ανά βαρέλι, ενώ οι πληθωριστικές πιέσεις εντείνονται διαρκώς. Ωστόσο, αυτό δεν είναι το χειρότερο δυνατό σενάριο. Εάν ο πόλεμος παραταθεί έως το 2027 και οι τιμές του «μαύρου χρυσού» εκτιναχθούν στα 125 δολάρια το βαρέλι, τότε — όπως τόνισε η επικεφαλής του ΔΝΤ — το «σοβαρό σενάριο» θα γίνει πραγματικότητα, με ανάπτυξη μόλις 2% και πληθωρισμό 5,8%.
Τα Στενά του Ορμούζ και η απειλή για την ενεργειακή ασφάλεια
Παράλληλα με την Γκεοργκίεβα, στο ίδιο πάνελ παρενέβη και ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Chevron, Μάικ Γουόρθ, ο οποίος επισήμανε το βαθύτερο ενεργειακό πρόβλημα που αντιμετωπίζει πλέον ο πλανήτης. Τα Στενά του Ορμούζ, μέσω των οποίων περνούσε πριν από την έκρηξη της σύγκρουσης το 20% της παγκόσμιας προσφοράς αργού πετρελαίου, παραμένουν κλειστά λόγω του πολέμου μεταξύ ΗΠΑ–Ισραήλ και Ιράν. Ο Γουόρθ προειδοποίησε ότι οι ελλείψεις στην προσφορά θα αρχίσουν να εμφανίζονται σε ολόκληρο τον κόσμο, με τις οικονομίες της Ασίας να είναι οι πρώτες που θα αισθανθούν τις συνέπειες, καθώς η ζήτηση θα αναγκαστεί να προσαρμοστεί στη μειωμένη προσφορά. Σε αυτό το πλαίσιο, ο κίνδυνος μιας παγκόσμιας ύφεσης δεν μπορεί πλέον να αποκλειστεί.
Η Γκεοργκίεβα επισήμανε ότι το ΔΝΤ παρακολουθεί με ιδιαίτερη προσοχή τον τρόπο με τον οποίο η σύγκρουση μεταφέρεται αργά αλλά σταθερά στις αλυσίδες εφοδιασμού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το κόστος των λιπασμάτων, το οποίο έχει ήδη εκτιναχθεί κατά 30% έως 40%. Αυτό, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Ταμείου, αναμένεται να οδηγήσει σε άνοδο των τιμών των τροφίμων μεταξύ 3% και 6%, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο τα νοικοκυριά παγκοσμίως. Ωστόσο, η κατάσταση δεν περιορίζεται στον αγροτικό τομέα· και άλλες βιομηχανίες κινδυνεύουν να πληγούν σοβαρά από την αναστάτωση στις διεθνείς αγορές.
Η ανησυχία για την αδράνεια των κυβερνήσεων
Ιδιαίτερη ανησυχία εξέφρασε η επικεφαλής του ΔΝΤ για τη στάση πολλών κυβερνήσεων απέναντι στην κρίση. Η Γκεοργκίεβα επέκρινε έμμεσα τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής που εξακολουθούν να ενεργούν με τη λογική ότι η σύγκρουση θα λήξει σε μερικούς μήνες, εφαρμόζοντας μέτρα βραχύβιας ανακούφισης για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις χωρίς να σχεδιάζουν για μακροπρόθεσμες επιπτώσεις. «Αυτό που θέλω να τονίσω είναι ότι αυτό είναι πραγματικά σοβαρό», δήλωσε με έμφαση, υπογραμμίζοντας ότι η αποσταθεροποίηση των πληθωριστικών προσδοκιών αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους που αντιμετωπίζει σήμερα η παγκόσμια οικονομία. Όταν οι πολίτες και οι επιχειρήσεις αρχίσουν να θεωρούν τον υψηλό πληθωρισμό ως μόνιμο φαινόμενο, τότε οι κεντρικές τράπεζες χάνουν ένα από τα πιο ισχυρά εργαλεία τους για τη σταθεροποίηση της οικονομίας.
Το ΔΝΤ είχε δημοσιεύσει τον προηγούμενο μήνα τα τρία σενάρια για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας κατά τα έτη 2026 και 2027, σε μια περίοδο έντονης αβεβαιότητας. Τώρα, με τις δηλώσεις της Γκεοργκίεβα, γίνεται σαφές ότι ακόμη και το ενδιάμεσο «δυσμενές σενάριο» μπορεί γρήγορα να ξεπεραστεί από τις εξελίξεις. Σε αυτό το πλαίσιο, η διεθνής κοινότητα καλείται να αντιδράσει άμεσα και αποφασιστικά, πριν οι οικονομικές επιπτώσεις της σύγκρουσης γίνουν μη αναστρέψιμες.




