Δύο νέες δημοσκοπήσεις που δημοσιοποιήθηκαν το βράδυ της Πέμπτης 7 Μαΐου αποτυπώνουν με ενάργεια τη διάθεση της κοινής γνώμης σε μια περίοδο έντονης πολιτικής αβεβαιότητας και διεθνών αναταράξεων. Η έρευνα της MRB για τον τηλεοπτικό σταθμό Open και η αντίστοιχη της Pulse για τον ΣΚΑΪ συμφωνούν σε ένα κεντρικό συμπέρασμα: το χάσμα ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ παραμένει σταθερά διψήφιο, με τη διαφορά να κυμαίνεται μεταξύ 14,3% και 15% ανάλογα με τη μεθοδολογία. Παράλληλα, οι πολίτες εκφράζουν αυξημένη ανησυχία για τις οικονομικές επιπτώσεις της σύρραξης στη Μέση Ανατολή, ενώ στέλνουν ηχηρό μήνυμα απόρριψης σε οποιαδήποτε νέα πολιτική πρωτοβουλία από γνωστά πρόσωπα της παλαιάς πολιτικής σκηνής.
Πρόωρες εκλογές και απόρριψη των «νέων» κομμάτων
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά ευρήματα των δύο ερευνών αφορά την έντονη επιθυμία για πρόωρες εκλογές. Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση της MRB, το 51% των ερωτηθέντων τάσσεται υπέρ της προκήρυξης εκλογών πριν από τη λήξη της τρέχουσας βουλευτικής περιόδου, γεγονός που αντικατοπτρίζει ένα κλίμα δυσφορίας απέναντι στη σημερινή κυβερνητική διαχείριση. Ωστόσο, αυτή η διάθεση αλλαγής δεν φαίνεται να στρέφεται προς τα νέα πολιτικά εγχειρήματα που έχουν ανακοινωθεί ή διαφημιστεί τον τελευταίο καιρό. Και οι δύο δημοσκοπήσεις καταγράφουν μια σχεδόν ομόθυμη απόρριψη ενδεχόμενων νέων κομμάτων με επικεφαλής γνωστές πολιτικές φυσιογνωμίες. Σε αυτό το πλαίσιο, το 72,5% των πολιτών δηλώνει στην MRB ότι σίγουρα ή μάλλον δεν θα ψήφιζε κόμμα με επικεφαλής τον Αλέξη Τσίπρα, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τον Αντώνη Σαμαρά αγγίζει το εκπληκτικό 83,1%. Για ένα κόμμα με επικεφαλής τη Μαρία Καρυστιανού, το αρνητικό ποσοστό διαμορφώνεται στο 49%.
Παρόμοια εικόνα σχεδιογραφεί και η Pulse, με μικρές διαφοροποιήσεις στα νούμερα. Το 53% των ερωτηθέντων απαντά «σίγουρα όχι» στο ενδεχόμενο να ψηφίσει κόμμα του Τσίπρα, ποσοστό που ανεβαίνει στο 62% για τον Σαμαρά και στο 52% για την Καρυστιανού. Το μήνυμα είναι σαφές: η ελληνική κοινωνία, αν και επιθυμεί αλλαγή, δεν εμπιστεύεται τα γνωστά ονόματα για να την επιφέρουν. Η πολιτική κόπωση απέναντι στα πρόσωπα που έχουν ήδη διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο αποτυπώνεται με ανησυχητική για τους ίδιους σαφήνεια.
Ακρίβεια, οικονομία και ο «λογαριασμός» του ΟΠΕΚΕΠΕ
Στο μέτωπο της οικονομίας, οι δύο έρευνες αποκαλύπτουν έναν βαθύ σκεπτικισμό απέναντι στις πρόσφατες κυβερνητικές πρωτοβουλίες. Τα μέτρα που ανακοίνωσε ο Πρωθυπουργός κρίνονται ως «σωστής κατεύθυνσης» από το 45% στη δημοσκόπηση της Pulse — εκ των οποίων το 37% ζητά και πρόσθετες παρεμβάσεις — ενώ το 43% τα αξιολογεί αρνητικά. Σε αυτό το πλαίσιο, η MRB καταγράφει ακόμα πιο σκληρές κρίσεις: το 52,4% αξιολογεί αρνητικά τα μέτρα οικονομικής ενίσχυσης για οικογένειες με παιδιά και συνταξιούχους, ενώ το εντυπωσιακό 66,7% εκτιμά ότι η κυβέρνηση χειρίζεται αποτυχημένα το πρόβλημα της ακρίβειας. Παράλληλα, η ανησυχία για τις επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή στην ελληνική οικονομία αναδεικνύεται ως η κυρίαρχη αγωνία των πολιτών, γεγονός που δείχνει πως η διεθνής αβεβαιότητα έχει βρει τον δρόμο της στις καθημερινές ανησυχίες των νοικοκυριών.
Βαρύ πολιτικό αποτύπωμα αφήνει στις δημοσκοπήσεις η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Ένα συντριπτικό 79,8% των ερωτηθέντων στη δημοσκόπηση της MRB τάσσεται υπέρ της σύστασης προανακριτικής επιτροπής για να διερευνηθούν τυχόν ευθύνες του πρώην υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης Σπήλιου Λιβανού και της πρώην υφυπουργού Φωτεινής Αραμπατζή, ενώ μόλις το 14,9% διαφωνεί. Ωστόσο, το πιο εκρηκτικό εύρημα αφορά τις εκλογικές συνέπειες: το 60,7% δηλώνει ότι το αίτημα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για άρση ασυλίας 13 εν ενεργεία βουλευτών της ΝΔ θα είναι καθοριστικό παράγοντας για την ψήφο του στις επόμενες εκλογές. Επιπλέον, το 71,7% θεωρεί λανθασμένο να θέσουν υποψηφιότητα οι βουλευτές για τους οποίους έχει ζητηθεί άρση ασυλίας, έναντι μόλις 22,9% που το εκτιμά ως αποδεκτό. Η σκανδαλώδης αυτή υπόθεση απειλεί να μετατραπεί στο μεγαλύτερο πολιτικό βάρος για τη Νέα Δημοκρατία ενόψει της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης.




