Σαφές μήνυμα για τον εκλογικό ορίζοντα της χώρας έστειλε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας, που πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 7 Μαΐου 2026. Η συνεδρίαση, η οποία αναμενόταν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω των εσωτερικών τριβών που είχαν προηγηθεί, εξελίχθηκε σε ένα forum ειλικρινούς διαλόγου — τουλάχιστον σύμφωνα με την ανάγνωση του ίδιου του πρωθυπουργού. Η ερώτηση που όλοι περίμεναν ήρθε από τον βουλευτή Δωδεκανήσου Βασίλη Υψηλάντη, ο οποίος ζήτησε φωναχτά από το έδρανο να μάθει τον ακριβή χρόνο διεξαγωγής των εκλογών. Η απάντηση ήταν άμεση και χαρακτηριστική: «Το μόνο σίγουρο είναι ότι θα γίνουν μετά τη ΔΕΘ».
Η δήλωση αυτή, ωστόσο, δεν συνιστά αναίρεση της προγενέστερης τοποθέτησής του στην πρωτολογία, όπου ο Μητσοτάκης είχε ξεκαθαρίσει ότι οι εκλογές θα διεξαχθούν εντός του 2027. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για μια εκλογική ατζέντα που τοποθετεί τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης ως ορόσημο, μετά το οποίο η χώρα θα αρχίσει να μπαίνει σε προεκλογική λογική. Στα πολιτικά παρασκήνια, η δήλωση ερμηνεύεται ως σήμα ότι ο χρονισμός παραμένει στα χέρια του Μαξίμου, ενώ ταυτόχρονα κλείνει το στόμα σε όσους έσπευδαν να μιλούν για πρόωρες κάλπες. Έτσι, ο πρωθυπουργός απέφυγε να δεσμευτεί σε ημερομηνία, αφήνοντας παράλληλα σαφή στρατηγικό αποτύπωμα στη συζήτηση.
Μήνυμα ενότητας με σαφή όρια
Κεντρικό μήνυμα της παρέμβασης του Μητσοτάκη ήταν η ανάγκη ενότητας της «γαλάζιας» Κοινοβουλευτικής Ομάδας — χωρίς «μίζερη εσωστρέφεια», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Καλώντας τους βουλευτές σε ειλικρινή διάλογο, υπογράμμισε ότι «είναι πολύ σημαντικό να ιδρώσουμε όλοι μαζί τη φανέλα», αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι υπάρχουν «αποκλίσεις στον ενθουσιασμό» με τον οποίο ορισμένοι στηρίζουν το κυβερνητικό έργο. Η εικόνα του αθλητικού αγώνα δεν ήταν τυχαία — απηχεί την ανάγκη συλλογικής προσπάθειας, ιδιαίτερα ενόψει μιας περιόδου που απαιτεί «και τις δύσκολες μάχες», όπως φέρεται να σημείωσε ο ίδιος. Σε αυτό το πλαίσιο, επέμεινε στην ύπαρξη μιας «σιωπηλής πλειοψηφίας» που ταυτίζεται με την πολιτική της ΝΔ και που, κατά τον πρωθυπουργό, είναι μεγαλύτερη από το ποσοστό που αποτυπώνουν οι δημοσκοπήσεις.
Παράλληλα, ο Μητσοτάκης επέμεινε στην ανάγκη ενίσχυσης του ρόλου του βουλευτή, ανοίγοντας μάλιστα παράθυρο για συνταγματική κατοχύρωση της επικοινωνίας των βουλευτών με τη δημόσια διοίκηση, «με όρους διαφάνειας». Η πρωτοβουλία αυτή εκτιμάται ότι αποσκοπεί στο να γεφυρωθεί ένα χάσμα που έχει αναπτυχθεί μεταξύ κυβέρνησης και βουλευτικής βάσης, στο πλαίσιο παραπόνων για ανεπαρκή επικοινωνία και περιθωριοποίηση. Υπερασπίστηκε επίσης το επιτελικό κράτος, λέγοντας ότι η στήριξη που του παρείχαν οι βουλευτές αποτελεί «την καλύτερη απάντηση» σε όσους είχαν προεξοφλήσει αρνητικό κλίμα. Χαρακτήρισε μάλιστα το επιτελικό κράτος «κατάκτηση» της κυβέρνησης — μια διατύπωση που δεν πέρασε αναπάντητη από τις αντίπαλες τάξεις.
Η κίνηση που εκτόνωσε τις εντάσεις για τον ΟΠΕΚΕΠΕ
Η πιο καθοριστική στιγμή της συνεδρίασης ήταν αναμφίβολα η διαβεβαίωση του πρωθυπουργού σχετικά με τους βουλευτές της ΝΔ που παραπέμπονται στη Δικαιοσύνη μετά την άρση ασυλίας τους για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Ο ίδιος διευκρίνισε ότι οι συγκεκριμένοι βουλευτές θα βρίσκονται στα ψηφοδέλτια των επόμενων εκλογών, εφόσον το επιθυμούν και υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρχουν τελεσίδικες καταδικαστικές αποφάσεις. Η διαβεβαίωση αυτή λειτούργησε ως εκτονωτική βαλβίδα για ένα τμήμα της ΚΟ που αισθανόταν αδικημένο, θεωρώντας ότι οι εμπλεκόμενοι υπουργοί στην ίδια υπόθεση αντιμετωπίστηκαν με διαφορετική μεταχείριση. Το αίσθημα αδικίας είχε τροφοδοτήσει έντονη δυσαρέσκεια στους κόλπους της Κοινοβουλευτικής Ομάδας τις τελευταίες εβδομάδες.
Ωστόσο, παρά την εκτονωτική κίνηση, οι αιχμές δεν έλειψαν. Σε αρκετές παρεμβάσεις κυριάρχησαν ζητήματα σχετικά με τους κυβερνητικούς χειρισμούς, το επιτελικό κράτος και τη σχέση μεταξύ υπουργών και βουλευτών — μια σχέση που πολλοί χαρακτηρίζουν ως ανισόρροπη. Αποχωρώντας από τη συνεδρίαση, ο Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτήρισε «χρήσιμο» το κλίμα που διαμορφώθηκε, ενώ σημείωσε ότι «διαψεύστηκαν όλοι όσοι περίμεναν ότι θα τσακωνόμασταν». Τόσο οι τοποθετήσεις των βουλευτών όσο και η συνολική διαδικασία χαρακτηρίστηκαν από τον ίδιο ως «ουσιαστικές και ευπρεπείς» — μια αξιολόγηση που μάλλον επιχείρησε να υποβαθμίσει τις υφέρπουσες εντάσεις, παρά να τις αποτυπώσει πιστά.




