Η Ελλάδα κατέκτησε την πρώτη θέση μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ στην αύξηση του πραγματικού κατά κεφαλήν εισοδήματος των νοικοκυριών για το τέταρτο τρίμηνο του 2025, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που δημοσιοποίησε ο Οργανισμός στις 13 Μαΐου 2026. Η χώρα κατέγραψε άνοδο 3,3% σε σύγκριση με το αμέσως προηγούμενο τρίμηνο, τη στιγμή που ο μέσος όρος των κρατών-μελών του Οργανισμού δεν ξεπέρασε το 0,7%. Πρόκειται για το εισόδημα που διατίθεται για κατανάλωση ή αποταμίευση, και η επίδοση αυτή καταγράφηκε πριν καν ενεργοποιηθούν οι νέες φοροελαφρύνσεις. Η ετήσια επίδοση για το σύνολο του 2025 ήταν εξίσου ισχυρή, με αύξηση 1,8%, υπερδιπλάσια του μέσου όρου του ΟΟΣΑ.
Τι έδειξαν τα στοιχεία του ΟΟΣΑ
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, οι κινητήριες δυνάμεις πίσω από αυτή την άνοδο ήταν δύο: η ενίσχυση των αποδοχών των εργαζομένων και η αύξηση του καθαρού εισοδήματος από ακίνητη περιουσία. Ο Οργανισμός επισημαίνει ρητά ότι το ποσοστό ανεργίας περιορίστηκε στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2009, δηλαδή εδώ και περισσότερο από 16 χρόνια. Αυτή η σύγκλιση — μισθολογική άνοδος και μειωμένη ανεργία — έδωσε ουσιαστική ώθηση στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Παράλληλα, η αύξηση εισοδημάτων από ακίνητα αντανακλά τη δυναμική της ελληνικής αγοράς ακινήτων, η οποία παρέμεινε ιδιαίτερα ενεργή κατά τη διάρκεια του έτους.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η βελτίωση αυτή καταγράφηκε πριν τεθούν σε ισχύ οι μειώσεις στις φορολογικές κρατήσεις κατά τουλάχιστον 2 ποσοστιαίες μονάδες ανά κλιμάκιο για τα χαμηλά και τα μεσαία στρώματα. Οι μειώσεις αυτές είχαν ανακοινωθεί στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης του περασμένου έτους και ενεργοποιήθηκαν στις αρχές του 2026. Επιπλέον, ακόμα μεγαλύτερες φορολογικές ελαφρύνσεις προβλέπονται για οικογένειες με παιδιά και νέους εργαζόμενους, γεγονός που αφήνει περιθώρια για περαιτέρω βελτίωση στα επόμενα τρίμηνα. Το τελικό μέγεθος της αύξησης για το σύνολο του 2025 έφτασε το 1,8%, αύξηση πολύ μεγαλύτερη από εκείνη μεγάλων οικονομιών όπως η Γαλλία (0,2%), η Γερμανία (0,6%), το Ηνωμένο Βασίλειο (0,7%) και η Ιταλία (0,8%).
Στο πλαίσιο σύγκρισης με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η Αυστρία κατέγραψε μείωση -1,8% στο ετήσιο εισόδημα νοικοκυριών για το 2025, ενώ η Φινλανδία είδε πτώση -0,7%. Αυτοί οι αριθμοί αναδεικνύουν ότι η ελληνική επίδοση δεν είναι απλώς ικανοποιητική αλλά εξαιρετική σε απόλυτους όρους, τόσο σε τριμηνιαία όσο και σε ετήσια βάση.

Πώς κινήθηκαν οι μεγάλες οικονομίες
Η εικόνα στις υπόλοιπες χώρες του ΟΟΣΑ ήταν σαφώς λιγότερο ενθαρρυντική. Το κατά κεφαλήν εισόδημα των νοικοκυριών στις ΗΠΑ και στη Γερμανία παρέμεινε στάσιμο κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2025, χωρίς καμία ουσιαστική μεταβολή. Σε τέσσερις συνολικά χώρες το εισόδημα υποχώρησε, μεταξύ των οποίων δύο από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές οικονομίες: η Ιταλία, όπου η πτώση έφτασε το -0,9%, και η Γαλλία, με μείωση -0,2%. Ο συνδυασμός αυτών των επιδόσεων αποτυπώνει μια Ευρώπη δύο ταχυτήτων, τουλάχιστον στο επίπεδο του διαθέσιμου εισοδήματος.
Συνολικά στις χώρες της G7 — δηλαδή στις επτά ισχυρότερες οικονομίες παγκοσμίως — η αύξηση του πραγματικού κατά κεφαλήν εισοδήματος ανήλθε μόλις στο 0,1% για το τέταρτο τρίμηνο του 2025. Για ολόκληρο τον ΟΟΣΑ, η αύξηση διαμορφώθηκε στο 0,7% για το ίδιο τρίμηνο, ελαφρώς υψηλότερα από το 0,3% που είχε καταγραφεί στο τρίτο τρίμηνο, και ξεπέρασε την αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά κεφαλήν, η οποία ανήλθε σε 0,2%. Η επίδοση της Ελλάδας, λοιπόν, ξεχωρίζει με μεγάλη διαφορά από το σύνολο του Οργανισμού και από τις ισχυρότερες οικονομίες του κόσμου.
Τι ακολουθεί
Η βελτίωση του 2025 αναμένεται να ενισχυθεί περαιτέρω στο τρέχον έτος, καθώς οι φορολογικές μειώσεις που ανακοινώθηκαν στη ΔΕΘ ενεργοποιήθηκαν στις αρχές του 2026 και δεν είχαν προλάβει να αποτυπωθούν στα στοιχεία του ΟΟΣΑ. Οι μειώσεις αφορούν τα χαμηλά και τα μεσαία εισοδηματικά κλιμάκια κατά τουλάχιστον 2 ποσοστιαίες μονάδες ανά κλιμάκιο. Ωστόσο, ακόμα μεγαλύτερες ελαφρύνσεις προβλέπονται ειδικά για οικογένειες με παιδιά και νέους εργαζόμενους, κατηγορίες που παραδοσιακά επωφελούνται περισσότερο από στοχευμένες φορολογικές παρεμβάσεις. Τα επόμενα τριμηνιαία στοιχεία του ΟΟΣΑ θα δείξουν αν η ελληνική οικονομία μπορεί να διατηρήσει αυτή τη θέση στην κορυφή.




